τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες: , ,


Η ελληνική χούντα και ο Άλντο Μόρο


Στις 12 Δεκεμβρίου 1969 το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφάσισε την αποπομπή της ελληνικής χούντας. Ήταν η μεγαλύτερη διπλωματική ήττα του στρατιωτικού καθεστώτος στην επτάχρονη ύπαρξή του.

Στην Ιταλία όμως η 12η Δεκεμβρίου 1969 είναι γνωστή για έναν άλλο λόγο. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας ισχυρή βόμβα εξερράγη στην κεντρική αίθουσα της Αγροτικής Τράπεζας, στην Πλατεία Φοντάνα στο κέντρο του Μιλάνου. Η έκρηξη προκάλεσε το θάνατο 18 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 88. Η τρομοκρατική επίθεση σηματοδοτούσε την έναρξη εκείνης που, την επομένη της έκρηξης, η βρετανική εφημερίδα Guardian απεκάλεσε «στρατηγική της έντασης»: βόμβες στο πλήθος και τυφλά χτυπήματα, ώστε η κοινή γνώμη να στραφεί κατά των δημοκρατικών θεσμών και να ζητήσει την «τάξη και ασφάλεια» που μόνον ένα αυταρχικό καθεστώς μπορούσε να εξασφαλίσει.

Ο πρώτος που συνδύασε τα δυο γεγονότα της 12ης Δεκεμβρίου ήταν ο πρόεδρος της ιταλικής χριστιανοδημοκρατίας Άλντο Μόρο. Τη διασύνδεση αυτή την έκανε ενώ βρισκόταν όμηρος των Ερυθρών Ταξιαρχιών στην περίοδο από τις 16 Μαρτίου έως τις 9 Μαΐου 1978. Η αναφορά του βρίσκεται σε εκείνο που οι μελετητές αποκαλούν «Μνημόνιο του Άλντο Μόρο»: μερικές εκατοντάδες σελίδες, άλλες χειρόγραφες άλλες δακτυλογραφημένες, που βρέθηκαν κατά καιρούς σε γιάφκες των Ερυθρών Ταξιαρχιών μετά τη δολοφονία του ομήρου.

Θεωρείται αποδεδειγμένο πλέον πως το «μνημόνιο» αποτελείται από τις απαντήσεις του Μόρο σε συγκεκριμένα ερωτήματα των απαγωγέων. Ποια ακριβώς ήταν τα ερωτήματα αυτά μπορούμε μόνο να το υποθέσουμε κατά προσέγγιση, καθώς το περιεχόμενό τους δεν βρέθηκε.

Το κείμενο του Μόρο που συνδέει τη χούντα και την ήττα της στο Συμβούλιο της Ευρώπης με την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Μιλάνο ανακαλύφθηκε μόνον το 1990, δώδεκα χρόνια δηλαδή μετά τη δολοφονία του χριστιανοδημοκράτη ηγέτη. Οι συνθήκες της ανακάλυψής του φάνηκαν ευθύς εξαρχής ύποπτες και προκάλεσαν δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον τότε πρωθυπουργό, τον χριστιανοδημοκράτη Τζούλιο Αντρεότι, και τον σοσιαλιστή ηγέτη Μπετίνο Κράξι.

Το εδάφιο είναι εκτενές, καθώς το πιο πιθανό είναι οι ερυθροταξιαρχίτες να του απηύθυναν ερώτηση όχι συγκεκριμένα για την επίθεση στο Μιλάνο αλλά γενικότερα για όλη την περίοδο της «στρατηγικής της έντασης», που σχηματικά διήρκεσε έως το 1974. Με άλλα λόγια, κατά την περίοδο της απαγωγής είχαν περάσει μόλις τέσσερα χρόνια από τις τελευταίες βομβιστικές επιθέσεις των νεοφασιστών.

Ο Μόρο ξεκινά από την κρίσιμη συνεδρίαση του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Παρίσι, της οποίας προήδρευσε ο ίδιος ως υπουργός Εξωτερικών, καθώς η Ιταλία κατείχε την εκ περιτροπής προεδρία: «Ήταν βεβαίως μια σημαντική συνεδρίαση, αλλά δεν σηματοδότησε σημαντικές πολιτικές εξελίξεις. Κατέληξε με την αναστολή της ελληνικής συμμετοχής με το αιτιολογικό πως καταπάτησε ανθρώπινα δικαιώματα. Καθώς η πρωινή συνεδρία οδηγείτο προς τη λήξη της έφτασε στα χέρια μας το τρομερό κείμενο ενός ειδησεογραφικού πρακτορείου, που μας προκάλεσε την αίσθηση πως κάτι το τρομερό συνέβαινε στη χώρα μας. Τα απανωτά τηλεφωνήματα μεταξύ Ρώμης και Παρισιού τις επόμενες ώρες δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση, παρά μόνο να ενισχύσουν την αίσθηση πως κάτι το σκοτεινό και απρόβλεπτο είχε μπει σε λειτουργία».

Ο Μόρο, μάλλον εξαιτίας των συνθηκών κράτησης, κάνει λάθος στην ώρα της έκρηξης, καθώς δεν σημειώθηκε αργά το πρωί, αλλά στις 4:37 το απόγευμα. Αποφεύγει επίσης να αναφέρει πως στο Παρίσι τον συνόδευε η κόρη του Ανιέζε και επεκτείνεται στη συνέχεια σε λεπτομερείς αναφορές στις τηλεφωνικές συνομιλίες του με τον «παλιό του φίλο» Τούλιο Άνκορα, υψηλού αξιωματούχου της ιταλικής Βουλής και, προσθέτει ο Μόρο, «από χρόνια το κυριότερο σημείο αναφοράς μου, τόσο σε επίπεδο πληροφόρησης όσο και σε επίπεδο επαφών, με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα». Ο Άνκορα, αναφέρει ο Μόρο, του μετέφερε τηλεφωνικώς στο Παρίσι τη συμβουλή της κομμουνιστικής ηγεσίας να λάβει μέτρα κατά την επιστροφή του, δηλαδή να προσέξει «την ώρα αναχώρησης, τη διαδρομή, την άφιξη και τη μεταφορά του μετά την άφιξη». Συμβουλή που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης δηλώνει πως θεώρησε σκόπιμο να ακολουθήσει.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην Ελλάδα και την Ισπανία, λέγοντας πως συμμεριζόταν μια εκτίμηση που είχε κάνει δημοσίως ο επίσης χριστιανοδημοκράτης ηγέτης Αρνάλντο Φορλάνι, λέγοντας ότι «δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι πίσω από τη στρατηγική της έντασης οι πρώτες εμπλεκόμενες χώρες είναι η Ελλάδα και η Ισπανία», χώρες με «αποδεδειγμένες στενές σχέσεις» με τους Ιταλούς νεοφασίστες τρομοκράτες. Χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η εμπλοκή «άλλων μυστικών υπηρεσιών της Δύσης», πρόσθεσε ο Μόρο.

Το 1978 οι αναρχικοί, μαζί με κάποιους νεοφασίστες και μεμονωμένους πράκτορες των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, ήταν ακόμη στο εδώλιο του κατηγορουμένου για τη βόμβα στην Αγροτική Τράπεζα, σε μια προσπάθεια των Αρχών όχι βεβαίως να παρατείνουν την προβοκάτσια εναντίον της Αριστεράς αλλά να καλύψουν τις πραγματικές διαστάσεις της «στρατηγικής της έντασης». Κανείς δεν είχε σκεφτεί να συνδυάσει δημοσίως τη 12η Δεκεμβρίου στην Αγροτική Τράπεζα με την αποπομπή της χούντας από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Αυτή τη σκοπιμότητα εξυπηρετεί και η εμφανής υποβάθμιση από μέρους του Μόρο της μάχης που ο ίδιος είχε δώσει εναντίον της ελληνικής δικτατορίας ως προεδρεύων υπουργός Εξωτερικών. Ο όμηρος γνώριζε καλά πως η εκδίωξη της χούντας δεν ήταν καθόλου ένα γεγονός που «δεν σηματοδότησε σημαντικές πολιτικές εξελίξεις».

Όταν ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών, στις αρχές Αυγούστου 1969, ο Μόρο κληρονόμησε μια ήδη εδραιωμένη πολιτική απέναντι της ελληνικής χούντας, την οποία είχε εγκαινιάσει ο προκάτοχος του Πιέτρο Νένι, γραμματέας του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ήταν μια πολιτική ανοιχτής αντιπαράθεσης με τη χούντα και υποστήριξης των αντιδικτατορικών δυνάμεων, κυρίως του ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Μόρο, που δεν είχε ιδεολογικούς δεσμούς με τον Ανδρέα, περιορίστηκε στο να κρατήσει αποστάσεις από το ΠΑΚ και τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, αλλά στην ουσία διατήρησε την ίδια αρνητική στάση απέναντι στο ελληνικό καθεστώς. To Δεκέμβριο του 1967, αμέσως μετά την αποτυχία του αντιπραξικοπήματος του Κωνσταντίνου, το επίσημο όργανο της χριστιανοδημοκρατίας La Discussione είχε δημοσιεύσει ένα «πολιτικό μανιφέστο» του κόμματος με θέμα την κατάσταση που διαμορφώθηκε στη Μεσόγειο μετά την επιβολή και τη σταθεροποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα: «Η Μεσόγειος έπαυσε πλέον να είναι μια θάλασσα δημοκρατίας. Η μόνη χώρα αυθεντικά δημοκρατική είναι η Ιταλία. Σωστά ή λανθασμένα, διατυπώθηκε η άποψη πως η ελληνική εμπειρία ενίσχυσε πρόσφατα τα εκλογικά αποτελέσματα των [Ιταλών] νεοφασιστών. Τι θα συνέβαινε εάν ο φρανκισμός γινόταν πλήρες μέλος της κοινοτικής Ευρώπης ή, στην αντίθετη περίπτωση, εάν στη Μαδρίτη επικρατούσε ένα φιλοκομμουνιστικό καθεστώς; Η ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία μάχεται σθεναρά ώστε η Ισπανία να απελευθερωθεί από τη φασιστική δικτατορία, αποφεύγοντας λουτρό αίματος, καθώς και τον κίνδυνο να βρεθεί κάτω από το ζυγό μιας άλλης κι εξίσου σκληρής τυραννίας». Το «μανιφέστο» αυτό δεν αποτελούσε έκφραση μόνον του ιταλικού καθολικού κόμματος, αλλά και της ιταλικής κυβέρνησης, επικεφαλής της οποίας ήταν τότε ο Άλντο Μόρο.

Ως υπουργός Εξωτερικών ο Μόρο κληρονόμησε το φλέγον θέμα της παραμονής της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν οι παρατάξεις είχαν ήδη προ πολλού διαμορφωθεί. Υπέρ της άμεσης αποπομπής ήταν η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Ισλανδία, η Ολλανδία (και σε πιο χαμηλούς τόνους η Βρετανία, που ενεργοποιήθηκε πιο αποφασιστικά μόνο μετά τη φυγή του Κωνσταντίνου από τη χώρα). Από την άλλη ήταν το Βέλγιο, που ζητούσε πίστωση χρόνου στην Αθήνα, με τη χλιαρή υποστήριξη της Γερμανίας. Σε αυτή την κατάσταση, η στάση της ιταλική προεδρίας ήταν καθοριστικής σημασίας.

Με την κατάθεση της έκθεσης για τα βασανιστήρια της χούντας, η διαδικασία επιταχύνθηκε. Το Σεπτέμβριο 1969 ο υπουργός Εξωτερικών της χούντας Παναγιώτης Πιπινέλης ζήτησε από τον πρέσβη στη Ρώμη Αντώνιο Πούμπουρα να συναντήσει τον Μόρο και να του εκθέσει την άποψη της ελληνικής πλευράς[1]. Ο Μόρο δεν δέχτηκε τη συνάντηση, έτσι ο Πιπινέλης αναγκάστηκε να συναντηθεί ο ίδιος με τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα Τζοβάνι Ντ’Ορλάντι. Στη αναφορά του για τη συνάντηση της 17ης Σεπτεμβρίου, ο Ιταλός διπλωμάτης έγραψε στον υπουργό του: «Αρνητική εντύπωση έκανε στον Πιπινέλη το γεγονός πως ο Ιταλός υπουργός θέλησε δημόσια να υπογραμμίσει πως η ιταλική κυβέρνηση προτίθετο να ενεργοποιηθεί σε όλα τα αρμόδια διεθνή φόρουμ εναντίον του ελληνικού καθεστώτος. Ο ίδιος δεν μπορούσε παρά να θεωρήσει επιβεβαιωμένη τη διακήρυξη αυτή από το γεγονός πως η αντιπαράθεση με την Ελλάδα αποτελούσε, με την εναλλαγή των κυβερνήσεων στη Ρώμη, ένα από τα σταθερά σημεία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας».

Ο Ιταλός πρεσβευτής απάντησε πως ο αυταρχικός χαρακτήρας του καθεστώτος δεν επέτρεπε στην Ιταλία να αλλάξει στάση, καθώς δεν υπήρξε σαφής δέσμευση της Ελλάδας ότι θα αποκατασταθεί η συνταγματική νομιμότητα. Ο Πιπινέλης απάντησε εκθέτοντας την βαθιά ιδεολογική πεποίθησή του περί ανωτερότητας του τεχνοκρατικού- στρατιωτικού καθεστώτος της Αθήνας σε σχέση με την παρακμή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: «Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να θεωρούμε φυσιολογική δημοκρατία το σάπιο καθεστώς που το κίνημα της 21ης Απριλίου ανέτρεψε και στο οποίο δεν πρέπει επ’ ουδενί να επιστρέψουμε. Η νέα Πολιτεία δεν θα βασίζεται σε συντεχνιακούς ούτε φασιστικούς θεσμούς. Αντιθέτως, θα βασίζεται σε θεσμούς που θα επιτρέπουν την αρμονική συνύπαρξη μεταξύ των δυο μεγάλων και αντιθετικών αρχών του σύγχρονου κράτους: της ελευθερίας και της εξουσίας», πρόσθεσε ο υπουργός της χούντας.

Το συμπέρασμα του πρεσβευτή ήταν πως «η τωρινή μεσογειακή συγκυρία και ο αυξημένος ρόλος της Ελλάδας εντός του ΝΑΤΟ, κάποιες γενικόλογες υποσχέσεις βοήθειας από κάποιες κυβερνήσεις στο Στρασβούργο, και στο Συμβούλιο και στην Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και η πεισματική απόφαση να μην φιλελευθεροποιηθεί το καθεστώς, μου δίνουν την εντύπωση πως η Αθήνα είναι αποφασισμένη να δώσει μάχη».

Η αναφορά του Ντ’Ορλάντο είναι σημαντική, καθώς ο Μόρο είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πως το ελληνικό καθεστώς δεν είχε καμία πρόθεση να υποχωρήσει στις πιέσεις των Ευρωπαίων, καθώς αισθανόταν ασφαλής εξαιτίας του κεντρικού ρόλου που η χώρα διαδραμάτιζε στο αμυντικό σύστημα του ΝΑΤΟ.

Στις 18 Οκτωβρίου η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχτηκε την έκθεση για τα βασανιστήρια και ζήτησε τη λήψη μέτρων. Οι σκανδιναβικές χώρες ζήτησαν την άμεση αποπομπή της Ελλάδας, αλλά η βελγική κυβέρνηση διαφώνησε. Στις 20 Νοεμβρίου ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Πιέρ Αρμέλ έγραψε στον προεδρεύοντα Μόρο επιστολή στην οποία του προτείνει να αναβληθεί η απόφαση αναστολής της παρουσίας της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης προκειμένου να της «δοθεί χρόνος» ώστε να συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις της ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δυο ημέρες αργότερα ο Ιταλός πρεσβευτής στις Βρυξέλλες έστειλε στον υπουργό του αναφορά για τη συνάντηση που είχε με τον Αρμέλ, όπου εξηγεί πως η πρόθεση του Βέλγου είναι να δοθεί στη χούντα εξάμηνη παράταση.

Η απάντηση του Μόρο ήταν αρνητική. Σε σημείωμα προς τον πρέσβη με οδηγίες για την απάντησή του στον Βέλγο υπουργό, του έγραψε τα εξής: «Για το θέμα της Ελλάδας θα εκφράσω την ανησυχία μου για τις αποφάσεις που ετοιμαζόμαστε να πάρουμε, που υπαγορεύονται από τις δημοκρατικές πεποιθήσεις μας και από την κοινή μας γνώμη, καθώς και από το Κοινοβούλιο, μα που περιέχουν έμμεσους κινδύνους, τους οποίους κάθε υπεύθυνος δεν μπορεί να αγνοήσει. Με αυτό το πνεύμα προσανατολίζομαι να μελετήσω σε βάθος κάθε υπόδειξη, είτε αυτή είναι προς την κατεύθυνση της επίσπευσης (Σκανδιναβοί), είτε προς την κατεύθυνση να το σκεφτούμε καλύτερα (Γερμανοί).

Επιφυλάσσομαι να έχω μαζί του κι ενδεχομένως και με άλλους ομολόγους επαφές στο πλαίσιο της Χάγης και των Βρυξελλών. Οφείλω εντούτοις να πω πως η πολιτική πίεση εντός της κυβερνητικής πλειοψηφίας, κυρίως από την πλευρά των σοσιαλιστών, είναι πολύ δυνατή και δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια για λύσεις που να στηρίζονται σε επιμελείς αναβολές. Αυτές εξάλλου, προκειμένου να αποκλείσουν την επαναφορά του προβλήματος με δυσμενέστερους όρους, θα έπρεπε να βασίζονται στη στοιχειοθετημένη πρόβλεψη ότι στους προβλεπόμενους χρόνους τα πράγματα πραγματικά θα αλλάξουν. Αντιθέτως, η εντύπωσή μας είναι πως το καθεστώς μπορεί να διατηρηθεί μόνον ως έχει και δεν μπορεί να αναθεωρηθεί χωρίς να καταρρεύσει».

Λίγες ημέρες πριν την κρίσιμη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου οι Βέλγοι επανήλθαν. Ο γενικός διευθυντής του βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε στον Ιταλό πρεσβευτή την πεποίθηση του Αρμέλ πως «είναι πιο εύκολο να ασκούνται πιέσεις σε μια Ελλάδα που παραμένει μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης παρά σε μια Ελλάδα που παραμένει εκτός»[2]. Ο Βέλγος υπουργός ήταν επίσης αισιόδοξος ότι ενδεχόμενη αναβολή της απόφασης θα γινόταν αποδεκτή από τον Πιπινέλη, καθώς θα συνδυαζόταν με απόφαση του Συμβουλίου που θα τόνιζε την αναγκαιότητα να εφαρμοστούν αμέσως τα απαιτούμενα νομικά μέτρα προς αποκατάσταση των δικαιωμάτων των πολιτών, αφήνοντας τα συνταγματικά μέτρα για αργότερα.

Στο ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως πίσω από τις κινήσεις των Βέλγων κρυβόταν η Ουάσινγκτον. Ο Ντ’Ορλάντι το είχε επισημάνει με σαφήνεια σε μήνυμά του από την Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου: «Οφείλω, τέλος, να σημειώσω πως η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, που δέχτηκε και από ιταλικής πλευράς υποδείξεις προκειμένου να ασκήσει ισχυρές πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, κράτησε μέχρι στιγμής επιφυλακτική και μη δεσμευτική στάση. Απεναντίας, σε πολλές περιπτώσεις, άφησε προσφάτως να εννοηθεί στους Ευρωπαίους συμμάχους ότι ήταν σκόπιμο να κρατήσουν μια λιγότερο “ανένδοτη” στάση απέναντι στην Αθήνα σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Είναι εμφανές πως αυτή η συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών ενθαρρύνει τις αντιστάσεις της ελληνικής κυβέρνησης».

Ο Μόρο διαφωνεί με τις αμερικανικές εκτιμήσεις. Κατά την άποψή του, η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήγμα στην «δυτική αλληλεγγύη», αλλά ούτε θα ζημιώσει τις σχέσεις της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ.

Αυτή είναι και η γραμμή που υπερίσχυσε στη κρίσιμη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με την κόρη του Μόρο, Ανιέζε, ο πατέρας της ήταν χαρούμενος, έως ότου να πληροφορηθεί για τη βόμβα στην τράπεζα του Μιλάνου.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Όλη η διπλωματική αλληλογραφία βρίσκεται στο Marialuisa-Lucia Sergio, “Abbiamo la responsabilità del dire certi sì e certi no”. Aldo Moro e le transizioni democratiche nell’Europa mediterranea (Grecia, Spagna, Portogallo), στο συλλογικό έργο Renato Moro, Daniele Mezzana (επιμέλεια), Una vita, un paese. Aldo Moro e l’Italia del Novecento, εκδ. Rubbettino 2014.
[2]  Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιείται κάθε φορά που γίνεται λόγος για διακοπή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.



πίσω στα περιεχόμενα: