τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες: , ,


Δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία: Ο δημοκρατικός πατριωτισμός


1. Ορίζοντας τις έννοιες και τα προβλήματα

Η σχέση δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας είναι το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούμε να επεξεργαστούμε την έννοια «δημοκρατικός πατριωτισμός». Συνήθως, η λαϊκή κυριαρχία ανάγεται στην πολιτική αντιπροσώπευση και ορίζεται ως εξουσία επιλογής μέσα από τη διαδικασία εκλογικής ανάδειξης των αντιπροσώπων του λαού στο κοινοβούλιο. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η δημοκρατία ταυτίζεται με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Σε αυτή την περίπτωση, ως δημοκρατία νοείται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο, η  λαϊκή κυριαρχία χάνει τη νοηματική της αυτοτέλεια, καθώς και το αντίστοιχο κανονιστικό της περιεχόμενο. Το τελευταίο ανάγεται απλώς στην εκλογική διαδικασία και στην αντιπροσώπευση. Η κυριαρχία του λαού εξαντλείται στη έκφραση της βούλησής του, η οποία έχει σκοπό την εκλογή κυβέρνησης. Συνεπώς, η θεσμική και λογική διάκριση της κυριαρχίας από την κυβέρνηση, αλλά και του δημοκρατικού πολιτεύματος από το σύστημα κυβέρνησης, συσκοτίζεται, σε τέτοιον βαθμό, ώστε πλέον σχεδόν απαλείφεται. Οι σαφείς εννοιολογικές και λογικές διακρίσεις είναι απολύτως απαραίτητες για τη συγκρότηση θεωρίας, εν προκειμένω για τη θεωρία της δημοκρατίας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι παρεπόμενες συνέπειες αφορούν την ίδια την κατανόηση, αλλά και τη χρήση, της έννοιας της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικής αρχής της. Με την ταύτιση κυριαρχίας και κυβέρνησης η  λαϊκή κυριαρχία δεν ξεχωρίζει από τον κυβερνητισμό. Υποτάσσεται απλώς στη διακυβέρνηση και τη διαχείριση των δημόσιων πολιτικών πραγμάτων και της διαμορφούμενης, κάθε φορά, πολιτικής σε σχέση με αυτά. Αποτέλεσμα είναι ότι η επίκλησή της λειτουργεί, αποκλειστικά, ως τυπική συνθήκη  νομιμοποίησης της εξουσίας. Όλα αυτά αποκαλύπτουν ξανά τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας, που είναι ο λαός, ως υποκείμενο της κυριαρχίας.

Στην πολιτική φιλοσοφία του Ρουσσώ, η έννοια  του λαού είναι συνυφασμένη με την κυριαρχία. Είναι η λαϊκή κυριαρχία.[1] Όμως, κυριαρχία και  λαός αποτελούν στοιχεία απόλυτα συνδεδεμένα με μια πρωταρχική, μια καταστατική πράξη, που  καλείται «κοινωνικό συμβόλαιο». Ειδικά ο λαός, είναι για τη σύγχρονη δημοκρατία μια κατασκευή «συμβατική», προϊόν μιας πολιτικής συμφωνίας και άρα μια έννοια με δικαιοπολιτικό περιεχόμενο. Για τον Χομπς, για παράδειγμα,  ο λαός δημιουργείται ως άρνηση του πλήθους μέσα από τη διαδικασία της αντιπροσώπευσης, η οποία μετατρέπει το πλήθος σε λαό. Είναι η αντιπροσώπευση που επιτρέπει τη σύλληψη του λαού ως ενότητας και ως πολιτικού υποκειμένου. Ο λαός δεν υπάρχει πριν από την αντιπροσώπευση, υπάρχει μόνον ως πλήθος. Για τον Ρουσσώ, αντίθετα,  ο λαός γίνεται φορέας απόλυτης  κυριαρχίας, διά του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς τη μεσολάβηση της αντιπροσώπευσης. Η συγκρότηση του λαού εξαφανίζει την έννοια του πλήθους, που αγνοείται παντελώς. Ενώ, στον Χομπς, η αντιπροσώπευση αποτελεί διαδικασία συστατική του λαού – χωρίς την αντιπροσώπευση δεν υπάρχει λαός – για τον Ρουσσώ, αντίθετα, ο λαός – και ειδικά η λαϊκή κυριαρχία –δεν επιδέχονται αντιπροσώπευση. Λαϊκή κυριαρχία και αντιπροσώπευση είναι έννοιες αντιφατικές.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η έννοια της ελευθερίας είναι η διήκουσα – σε όλη την πολιτική φιλοσοφία του Ρουσσώ – αρχή και είναι αυτή που αναδεικνύει ως πολιτικό δέον τη Repoublique και τον περιορισμό που θέτει η γενική βούληση ως προς τη διακυβέρνηση και τη νομοθεσία, δηλαδή ότι αυτές θα  πρέπει να ισχύουν και να ασκούνται εντός του θεσμικού πλαισίου που θα διασφαλίζει την ελευθερία και την ισότητα. Προκειμένου να καταστεί δυνατή αυτή η διασφάλιση, είναι αναγκαία η συνδρομή της πολιτικής ισχύος η οποία θα αποτελέσει έκφραση του πολιτικού κυριάρχου, εν προκειμένω του ίδιου του λαού, ώστε να είναι ισχυρός ο νόμος της ελευθερίας και του αυτοκαθορισμού. Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι λαός, με τη δικαιική και πολιτική έννοια, είναι δημιούργημα των νεότερων χρόνων, άρρηκτα συνδεδεμένο με τις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, καθώς και  με την έννοια της κυριαρχίας, από την οποία προέρχεται και την οποία προϋποθέτει. Ο λαός, ως έννοια με δικαιοπολιτικό περιεχόμενο, νοείται ως ενότητα, ως πρόσωπο, που υπερβαίνει τις διαιρέσεις, τις πολλαπλότητες και τις ιδαιτερότητες που τον χαρακτηρίζουν. Η προσωποποίηση  του λαού αποτελεί  λογικό πλάσμα, μια εννοιολογική κατασκευή, απόλυτα αναγκαία και χρήσιμη,  που αντίκειται στον  λαό, με την εμπειρική σημασία του, δηλαδή προς το πλήθος ή τον πληθυσμό, που είναι πολυειδές, ένα άθροισμα ατόμων με δυσεξαρίθμητες ατομικές σκοπεύσεις, επιμέρους ταυτότητες  και επιδιώξεις. Μόνον έτσι, όμως, μπορεί ο λαός  να νοηθεί ως πολιτικό υποκείμενο και να αναχθεί σε Δήμο. Ο Δήμος υπάρχει εξαιτίας της Αγοράς. Αυτή τον συγκροτεί. Χωρίς Αγορά, η οποία συνιστά τη συνθήκη του ακώλυτου, ισηγορικού διαλόγου, δεν υφίσταται Δήμος. Η μελέτη του Ρουσσώ είναι διαφωτιστική, ώστε να καταλάβουμε τους μηχανισμούς της σύγχρονης δημοκρατίας και ειδικά τη σημασία του μηχανισμού της πολιτικής αντιπροσώπευσης και την πραγματική λειτουργία της. Η πολιτική αντιπροσώπευση, ως σχέση πολιτική και όχι νομική, συνδέει τον αντιπροσωπευόμενο λαό με τους αντιπροσώπους του ενώπιον ενός τρίτου προσώπου. Η μελέτη της αναδεικνύει  μια αναγκαία διάκριση που τονίζει τη διάσταση κυριαρχίας και κυβέρνησης. Η διάκριση μεταξύ κυριαρχίας και κυβέρνησης τονίζεται εμφατικώς, για να θεμελιώσει και δικαιολογήσει, αρχικώς, την υποταγή των συνταγματικών αρχών στο κυρίαρχο έθνος, αλλά και για να εξηγήσει, στη συνέχεια, τη μορφή του πολιτεύματος: δηλαδή πώς από την αδυναμία άσκησης της πολιτικής εξουσίας – άμεσα από το  ίδιο το κυρίαρχο έθνος – προέκυψε η ανάγκη ανάθεσης της εξουσίας στις δημόσιες αρχές και η άσκησή της από αυτές. Η ιστορική εξέλιξη, ωστόσο, οδήγησε στην πλήρη αυτονόμηση της κυβερνητικής εξουσίας από τη λαϊκή κυριαρχία, και κατάντησε σήμερα την τελευταία γράμμα κενό περιεχομένου. Ο κυβερνητισμός απορρόφησε, εξαφάνισε τη λαϊκή κυριαρχία. Το πολίτευμα ταυτίστηκε με τη μορφή κυβέρνησης ή με το κυβερνητικό σύστημα. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία  έγινε ένα με τη δημοκρατία γενικά, ή κάτι χειρότερο: η «εκλογική δημοκρατία» εξισώθηκε με την ιδέα της  δημοκρατίας.  Η εξίσωση της «δημοκρατίας» με τις «εκλογές» καταξίωσε θεσμικά εκ  νέου την πολιτική αντιπροσώπευση. Από τη στιγμή που η δημοκρατία ανάγεται στην εκλογική διαδικασία, τότε, κατά λογική αναγκαιότητα, και η εκλογική αντιπροσώπευση θεωρείται ότι ενσαρκώνει τη δημοκρατία. Όμως, με αυτό τον τρόπο,  η μορφή της κυριαρχίας, δηλαδή η μορφή του πολιτεύματος, ανάγεται στη μορφή της κυβέρνησης. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι διακριτό από τη λαϊκή κυριαρχία, αλλά ταυτίζεται με τη δημοκρατία και αποκαλείται «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Εκλαμβάνεται δηλαδή η αντιπροσωπευτική μορφή κυβέρνησης ως στοιχείο συστατικό του δημοκρατικού πολιτεύματος.  Με βάση τον συλλογισμό αυτόν, η «κυριαρχία του λαού» εξισώνεται – μέσω της εκλογικής αντιπροσώπευσης –  με  την «κυβέρνηση του λαού». Κατά συνέπεια, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού θεωρείται ότι εκφράζουν, κυβερνώντας, την κυριαρχία του λαού. Η διάκριση της δημοκρατίας από την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση είναι ωστόσο εννοιολογικώς και ιστορικώς επιβεβλημένη.

 

2. Ο κυρίαρχος λαός: συντακτικό υποκείμενο και συντακτική εξουσία

Στην πολιτική φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης το πολίτευμα εγκαθιδρύεται με απόφαση του λαού. Από αυτό το γεγονός, άλλωστε, ανακύπτει και το ερώτημα αν ο λαός μπορεί να προϋπάρχει της απόφασης που λαμβάνει μια συντακτική συνέλευση, η οποία καθιδρύει νέα συνταγματική τάξη ή ο ίδιος είναι δημιούργημα αυτής της απόφασης. Το ερώτημα, λοιπόν, έχει ως εξής: υπό το καθεστώς ποιων προϋποθέσεων ένα σύνολο ανθρώπων μπορεί να μετατρέπεται σε συντακτικό υποκείμενο; Το συγκεκριμένο υποκείμενο αποδίδεται με τους όρους «έθνος» και «λαός», οι οποίοι έχουν αμιγώς πολιτική σημασία. Στη Γαλλική Επανάσταση – και ιδίως στην πολιτική σκέψη του αββά Σεγιές – μπορούμε να εντοπίσουμε τον ουσιώδη εσωτερικό δεσμό ανάμεσα στη θεωρία περί συντακτικής εξουσίας και τη θεωρία της επαναστατικής πράξης, δηλαδή της Γαλλικής Επανάστασης. Όπως κάθε ανάλυση αφορμάται από συγκεκριμένη αφετηρία, έτσι και αυτή, που αναλύει το πρόβλημα της συντακτικής εξουσία και της νέας συνταγματικής τάξης που καθιέρωσε η Γαλλική Επανάσταση, ελαύνεται από μια ορισμένη έννοια: «το έθνος των πολιτών». Αυτή η έννοια, από την οποία προκύπτει και η πολιτική έννοια «λαός», σε συνδυασμό με τη δημοκρατία και την έννοια της κυριαρχίας και της συντακτικής εξουσίας, οργανώνει τη σημασιακή ταυτότητα του όρου «δημοκρατικός πατριωτισμός». Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί το μέγιστο γεγονός που σηματοδοτεί ότι το έθνος επιβεβαιώνει την ισχύ και την πολιτική του αυθυπαρξία. Διεκδικεί και κατακτά ό,τι του είχαν στερήσει, δηλαδή το δικαίωμά του στον διαρκή, δημοκρατικό αυτοκαθορισμό, αλλά και στη θέσπιση Συντάγματος. Αυτή η θεμελιώδης αλλαγή προϋπέθετε σύγκρουση με τη μοναρχία και την αυθαίρετη εξουσία της, ρήξη με το καθεστώς των προνομίων και τη συνεπαγόμενη διάκριση σε τάξεις, άρα καθιέρωση της δημοκρατικής ισότητας, καθώς και σύγκρουση με τον πυρήνα του καθεστώτος των αυθαίρετων προνομίων, δηλαδή με την αριστοκρατία. Ποιος είναι όμως, σε αυτό το πλαίσιο, ο καθορισμός της έννοιας «έθνος»; Το έθνος συνιστά έννοια με πολιτική και όχι πολιτισμική σημασία. Το έθνος της Γαλλικής Επανάστασης δεν είναι μια φυλετικώς προσδιορισμένη έννοια, που παραπέμπει σε ιδεώδη, ανόθευτη καθαρότητα. Το έθνος, αντιθέτως, είναι ενότητα προσώπων-πολιτών, η οποία στηρίζεται στην αρχή της δημοκρατικής ισότητας. Το έθνος, δηλαδή, συγκροτεί πολιτική ενότητα. Αυτή την ενότητα ονόμασε ο Σεγιές «Τρίτη Τάξη». Το έθνος είναι συλλογικότητα, η οποία συνιστά παραγωγική συνθήκη για να προκύψουν εξ αυτής και όλες οι άλλες, επιμέρους συλλογικότητες. Σε αυτή την έννοια του έθνους εδράζεται η πολιτική τάξη. Το ίδιο, δηλαδή, το έθνος συγκροτείται ως αποτέλεσμα της απόφασης ενός συνόλου ατόμων να οργανώσουν μια ένωση, με σκοπό τη διαμόρφωση κοινής βούλησης, ικανής να εγγυηθεί την ελευθερία και την ισότητα.[2] Είναι η κοινή βούληση που συνιστά έκφραση του λαού και του νόμου και προϋποθέτει ότι ο λαός είναι θεματοφύλακας όλων των εξουσιών, επειδή αποτελεί τη συντεταγμένη ενότητα των πολιτών, οι οποίοι είναι φορείς ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και υποκείμενα ίσης ελευθερίας και ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού. Ο πολιτικός αυτοκαθορισμός, στην πολιτική φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης, προϋποθέτει τη δημιουργία πολιτικής κοινότητας συγκροτούμενης από τα πρόσωπα/πολίτες που εκφράζουν την κοινή βούληση να υπαχθούν σε νόμους, που θα έχουν την ίδια ισχύ για όλους. Αυτή η πολιτική κοινότητα είναι το έθνος, το οποίο θα είναι φορέας της συντακτικής εξουσίας. Έχουμε, λοιπόν, και εδώ, ένα κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο δεν συγκροτεί πολιτική οργάνωση, αλλά δημιουργεί το πολιτικό σώμα που κατασκευάζει αυτήν την οργάνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβληματική περί έθνους ως πολιτικής κοινότητας παραβλέπει το μείζον ζήτημα της αντιπροσώπευσης. Άλλωστε, επειδή η έκταση του πολιτικού σώματος καθιστά αδύνατη την περίπτωση οι αποφάσεις να λαμβάνονται για όλους, η αντιπροσώπευση είναι αναγκαία. Κύριο γνώρισμα της αντιπροσώπευσης είναι ότι οι αντιπρόσωποι δεν εκπροσωπούν μόνο τους εκλογείς τους, αλλά το σύνολο, όλους, δηλαδή τον λαό ως πολιτική έννοια, συνώνυμη της πολιτικής σημασίας του έθνους και της πολιτικής κοινότητας, με την οποία το ίδιο ταυτίζεται.[3] Ας το αντιστρέψουμε, τώρα, για να το καταλάβουμε καλύτερα: Το να θεωρήσουμε ότι το κοινωνικό συμβόλαιο ισοδυναμεί με συμβόλαιο συναφθέν ανάμεσα στο έθνος και τους αντιπροσώπους του ενέχει τον κίνδυνο να εκληφθεί ως επιτρεπτική συνθήκη για την εκχώρηση της εξουσίας του ή μέρους αυτής στους αντιπροσώπους. Με άλλα λόγια, το εν λόγω κοινωνικό συμβόλαιο δεν επιτρέπει μεταβίβαση της εξουσίας ή μέρους της εξουσίας του έθνους, του λαού, στους αντιπροσώπους του. Το έθνος/λαός – εδώ οι όροι μπορούν να θεωρηθούν συνώνυμοι – δεν είναι αντικείμενο του Συντάγματος, αλλά φορέας της κυριαρχίας και υποκείμενο της συντακτικής εξουσίας.

 

3. Ποιος είναι ο «λαός» της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πατριωτισμού ;

Η συνήθης περιγραφική αποτύπωση του όρου «λαός» περιγράφει ένα σύνολο ανθρώπων εγκατεστημένων σε ορισμένη χώρα, οι οποίοι έχουν κοινή ιθαγένεια. Το κοινό τους στοιχείο έγκειται στο ότι είναι πολίτες του ίδιου κράτους. Η κοινή πολιτική ιδιότητα ορίζει την έννοια του λαού ως πολιτική έννοια, έτσι ώστε η ίδια να αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα κάθε συνταγματικού κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι έννοιες «λαός» και «έθνος», ως έννοιες με πολιτική σημασία, αποτελούν αφαιρέσεις από όλα τα μη πολιτικά γνωρίσματα. Είναι δηλαδή αφαιρέσεις από όλα τα φυλετικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά απαλείφονται πλήρως. Ο λαός, οριζόμενος επί τη βάσει της πολιτικής ιδιότητας, είναι έννοια συγκροτητική της πολιτειακής ενότητας. Είναι έννοια που προϋποθέτει την πολιτική ισότητα, τη δημοκρατική ισότητα. Πρόκειται λοιπόν για τη συνταγματική σύλληψη της έννοιας του λαού, η οποία υπέρκειται της εμπειρικής του σύλληψης. Η τελευταία περιλαμβάνει όλα τα άλλα γνωρίσματα, τους επιμέρους, ιδιαίτερους προσδιορισμούς. Αυτή η σημασιολόγηση του λαού, δηλαδή η συνταγματική-δημοκρατική του σύλληψη, αντιπαρατίθεται προς την ταύτιση του λαού με το γένος. Το γένος είναι προνεωτερική, προπολιτική έννοια. Μας ενδιαφέρει, λοιπόν, ο λαός ως πολιτική ενότητα. Αντιθέτως, ο λαός, νοούμενος και οριζόμενος ως γένος, ισοδυναμεί με το άμορφο πλήθος. Γι’ αυτό είναι προνεωτερική και προπολιτική έννοια, αρμόζουσα σε αυτοκρατορίες, όπως η βυζαντινή ή η οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά όχι σε συνταγματικώς οργανωμένες δημοκρατικές πολιτείες. Έτσι ήταν αντιληπτός πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, πριν από τον Ρουσσώ και τον αββά Σεγιές, ο οποίος, όταν δήλωνε ότι «το έθνος είναι πριν από οτιδήποτε και είναι τα πάντα. Πριν από και πάνω από αυτό υπάρχει μόνο το φυσικό δίκαιο»[4], περιγράφει τον λαό ως φορέα της κυριαρχίας και συντακτικό υποκείμενο, δηλαδή ως πολιτική έννοια. Η Γαλλική Επανάσταση μας έδειξε πώς να κατανοούμε τον λαό ως συστατικό στοιχείο του κράτους, του εθνικού κράτους, άρα πώς να τον κατανοούμε με το δικαιοπολιτικό του περιεχόμενο. Ο λαός, ως δικαιοπολιτική έννοια, περιγράφει το συντεταγμένο, οργανωμένο σύνολο των πολιτών που συναπαρτίζουν πολιτική ενότητα. Ο λαός ούτε προϋπάρχει του κράτους ούτε συλλαμβάνεται εκτός και ανεξαρτήτως του Συντάγματος. Το Σύνταγμα, το δημοκρατικό Σύνταγμα, όπως θα δούμε και παρακάτω, σε σχέση με τον ελληνικό επαναστατικό συνταγματισμό, συγκροτεί και διαμορφώνει τον λαό, ενώ, παραλλήλως, με τη διαπλαστική ισχύ του, διαμορφώνει και το πολίτευμα. Αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι ονομάζουμε «λαό», ως πλήθος ανθρώπων με κοινά γνωρίσματα, δεν υπάρχει πριν από το Σύνταγμα. Σημαίνει μόνο ότι δεν υπάρχει ο λαός ως υποκείμενο της κυριαρχίας, ως συντακτικό υποκείμενο και ως πολιτική ενότητα με αυτοτελή και διακριτή πολιτική ταυτότητα, πριν να υπάρξει Σύνταγμα.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι ο λαός, με το συνταγματικό του περιεχόμενο, ως πολιτική έννοια δηλαδή, προηγείται της έννοιας και του καθορισμού του ως φορέα και υποκειμένου της κυριαρχίας, αλλά και ως εγγυητικής αρχής όλων των εξουσιών, δηλαδή ως θεμελιώδους όρου της δημοκρατικής αρχής. Στη συνταγματική, δημοκρατική πολιτεία, ο λαός είναι η πηγή των εξουσιών, ως πολιτική κοινότητα των ίσων και ελευθέρων πολιτών. Μπορούμε να αποσαφηνίσουμε, τώρα, γιατί το έθνος, ως πολιτική έννοια, ταυτίζεται με την πολιτική έννοια «λαός» ή, ακριβέστερα, ανάγεται σε αυτήν. Το έθνος, με αυτή τη σημασία του, όπως την καθόρισαν η Γαλλική Επανάσταση, ο Ρουσσώ και ο Σεγιές, είναι η πολιτική κοινότητα των ατόμων, που, πλέον, είναι πολίτες, ισότιμοι φορείς της πολιτικής ιδιότητας, καθώς και των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεων, που απορρέουν από αυτήν την ιδιότητα, και οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία των ίδιων νόμων και συνυπάρχουν υποκείμενοι σε κοινές δεσμεύσεις. Αυτή η σημασία των όρων «έθνος» και «λαός» είναι διακριτή και στην παράδοση του ελληνικού, επαναστατικού συνταγματισμού, ο οποίος εντονότατα επηρεασμένος από τη Γαλλική Επανάσταση, υπήρξε δημοκρατικός. Το έθνος, ως φορέας της κυριαρχίας και συντακτικό υποκείμενο, φαίνεται στη συντακτική εξουσία την οποία άσκησαν οι επαναστατικές συνελεύσεις, στην πατρίδα μας. Έτσι, το επαναστατημένο έθνος απετέλεσε τη λογική και πολιτική προϋπόθεση για τη θέσπιση του Συντάγματος, εφόσον έπρεπε να έχει συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο πριν από την πράξη αυτής της θέσπισης. Το έθνος, ως πολιτικό υποκείμενο, απετέλεσε τον παράγοντα αλλά και τον όρο δυνατότητας, για να υπάρξει νομιμοποιητική κύρωση του ιδρυόμενου συνταγματικού κράτους. Συνεπώς, το Σύνταγμα δεν λειτουργεί ως μορφή κοινωνικού συμβολαίου διά του οποίου συγκροτούνται σε πολιτική κοινότητα άτομα που αποκτούν την εγγύηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων τους μέσω του Συντάγματος-Συμβολαίου.

Ο ελληνικός επαναστατικός συνταγματισμός αναδεικνύει μια διαφορετική εννόηση του Συντάγματος, πολύ διαφορετική από τη θεώρησή του ως συμβολαιικής συμφωνίας. Η Επανάσταση συγκροτεί την πολιτική ενότητα του έθνους και αυτή καθιστά δυνατή την άσκηση της συντακτικής εξουσίας από τις εθνοσυνελεύσεις, έτσι ώστε τα μέλη αυτών των εθνοσυνελεύσεων να αναβιβάζονται σε φορείς και υποκείμενα ίσων δικαιωμάτων και ελευθεριών, με δυνατότητα ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού. Σε αυτή την περίπτωση, στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης, το Σύνταγμα υπερβαίνει κατά πολύ το να είναι σύμβαση μεταξύ συμβαλλόμενων ατόμων, με σκοπό την εγγύηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών αυτών των ατόμων. Το Σύνταγμα, στην παράδοση του συνταγματισμού της εθνικής μας επανάστασης, είναι πράξη ενός συλλογικού υποκειμένου, ενός επαναστατικού υποκειμένου που αναγορεύεται σε θεματοφύλακα και εγγυητή όλων των εξουσιών, δηλαδή σε θεματοφύλακα και εγγυητή του πολιτεύματος: της Δημοκρατίας. Η δική μας παράδοση είναι έκγονη της παράδοσης της Γαλλικής Επανάστασης, του Ρουσσώ και του Σεγιές, που συλλαμβάνει το Σύνταγμα ως κορυφαία πράξη ενός υποκειμένου, του λαού, ο οποίος εκφράζει την κυριαρχική του βούληση ως συλλογικό, πολιτικό υποκείμενο, με ικανότητα συλλογικού, δημοκρατικού αυτοκαθορισμού. Το πλέον χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού, στη νεότερη ιστορία, είναι η Παρισινή Κομμούνα. Η δική μας παράδοση διαφέρει από την παράδοση της Αμερικανικής Επανάστασης και του Τόμας Πέιν, στην οποία το Σύνταγμα κατανοείται ως συμβόλαιο συναφθέν μεταξύ των απαρτιζόντων μια πολιτική ενότητα μελών, που αποτελείται από άτομα-φορείς αδιαμφισβήτητων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων, τα οποία προϋπήρχαν της πολιτικής ενότητας.[5] Ας δούμε και το κριτήριο διάκρισης, που είναι αναγκαίο για τον καθορισμό του δημοκρατικού πατριωτισμού ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας νοουμένης ως κανονιστικής αρχής της δημοκρατίας: Στην περίπτωση που μας αφορά, δηλαδή στην απότοκη της Γαλλικής Επανάστασης δικής μας εθνικής επανάστασης, έχουμε πράξη τελούμενη από υποκείμενο και φορέα της κυριαρχίας. Αυτό το υποκείμενο, καθώς και η συνακόλουθη συντακτική πράξη, εκφράζει τον λαό στην ιδεατή ενότητά του. Είναι η ισχυρότερη εκδήλωση της κυριαρχίας αυτού του υποκειμένου, του λαού. Στην άλλη περίπτωση, αυτή της Αμερικανικής Επανάστασης και του Τόμας Πέιν, η λαϊκή βούληση απλώς επικυρώνει τη συνεύρεση των ατόμων σε πολιτική κοινότητα, τη συνένωσή τους δηλαδή, με μοναδική υποχρέωση την εγγύηση του απαραβίαστου των κοινών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Έτσι, το Σύνταγμα νοείται ως είδος συμβολαίου που εξασφαλίζει εγγυήσεις για την τήρηση των ατομικών ελευθεριών. Η διαφορά των δύο περιπτώσεων θα μπορούσε να περιγραφεί και ως διαφορά θεωρίας για το  Σύνταγμα και τη Δημοκρατία ανάμεσα στον Ρουσσώ και τον Σεγιές, από τη μια, και τον Τόμας Πέιν, από την άλλη. Έχει σημασία η κατανόηση της διαφοράς, διότι, αλλιώς, θα μας είναι ακατανόητος ο Ρήγας Φεραίος.

Ας επιστρέψουμε στη δική μας περίπτωση, για να κατανοήσουμε τον δημοκρατικό πατριωτισμό. Το Σύνταγμα –  νοούμενο ως αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους, καθιδρυτικής της δημοκρατικής πολιτείας, πράξης – θεσπίζεται από ένα συντακτικό υποκείμενο, το έθνος, τον λαό, με την πολιτική σημασία τους, και, αντί να εγγυάται απλώς τα δικαιώματα και της ελευθερίες, όπως συμβαίνει με το Σύνταγμα νοούμενο ως συμβόλαιο, θέτει και θεμελιώνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες με την καθίδρυση της δημοκρατικής, συνταγματικώς οργανωμένης, πολιτείας. Το Σύνταγμα, λοιπόν, στην παράδοση της Γαλλικής και της Ελληνικής Επανάστασης, είναι αποτέλεσμα της κυριαρχικής βούλησης του υποκειμένου «λαός» ή «έθνος». Ο ίδιος ο λαός, κατά την άσκηση της συντακτικής του εξουσίας και της τέλεσης της συντακτικής πράξης, ανακηρύσσεται κυρίαρχος. Η θέσπιση του Συντάγματος είναι μια στιγμή αναγόρευσης του λαού σε κυρίαρχο λαό. Είναι η συνθήκη ορισμού της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικής αρχής της δημοκρατίας. Ο λαός, ως συντάσσων το Σύνταγμα, συγκροτείται σε πολιτική ενότητα και με τη βούλησή του ως υποκειμένου της κυριαρχίας θεμελιώνει τη δημοκρατική, συνταγματική πολιτεία.

Από τα παραπάνω, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί  το ελληνικό έθνος της Ελληνικής Επανάστασης  έχει πολιτική και όχι πολιτισμική, φυλετική ή γενεακή σημασία, σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά κείμενα της Επανάστασης. Η ελληνική, δημοκρατική πολιτεία δεν θα ήταν δυνατό να θεμελιωθεί στην έννοια του γένους, όπως δεν θα ήταν δυνατό να προκύψουν από την έννοια «γένος» – και όχι «λαός» ή «έθνος» – οι εκπρόσωποι στα όργανα της δημοκρατικής πολιτείας. Ο λαός και το έθνος, με τη πολιτική σημασία των όρων, αντιπροσωπεύονται, όχι το γένος. Ο λαός και το έθνος ορίζονται με βάση την κοινή πολιτική ιδιότητα και την αρχή της δημοκρατικής ισότητας, όχι το γένος. Το τελευταίο, ως προπολιτική έννοια, περιλαμβάνει τις πολιτικές και κοινωνικές ανισότητες κάθε είδους. Είναι έννοια απολύτως ασύμβατη με την αρχή της δημοκρατικής ισότητας. Το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη προϋποθέτει την αρχή της δημοκρατικής ισότητας, καθώς και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι ουσιωδώς πραγματώσιμη μόνο στον σοσιαλισμό. Όλα τα παραπάνω αντιδιαστέλλουν πλήρως τον λαό και το έθνος από το γένος, διότι το τελευταίο έχει θέση μόνο σε αυτοκρατορίες και μοναρχίες, ενώ η θεμελίωση της δημοκρατικής πολιτείας είναι, όπως είδαμε, αποτέλεσμα της βούλησης του λαού και του έθνους ως φορέων της κυριαρχίας και συντακτικών υποκειμένων των δημοκρατικών Συνταγμάτων.

 

4. Ο δημοκρατικός πατριωτισμός του Ρήγα Φεραίου και η λαϊκή κυριαρχία ως «αυτοκρατορία του λαού»

«Η Ελληνική Δημοκρατία είναι μία, με όλον που περιλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας· δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικόν μάτι· είναι αδιαίρετος, με όλον οπού ποταμοί και πελάγη διαχωρίζουν τες επαρχίες της, αι οποίαι όλαι είναι ένα συνεσφιγμένον αδιάλυτον σώμα». Με αυτά τα λόγια, ο Ρήγας Φεραίος περιγράφει την ελληνική πολιτεία, στη Νέα Πολιτική Διοίκηση, στο κεφάλαιο «Περί της Δημοκρατίας» (άρθρο 1), το 1797.  Το Σχέδιο Συντάγματος, που εξεπόνησε ο Ρήγας, απέβλεπε στην οργάνωση των εξουσιών και των λειτουργιών της ελληνικής Πολιτείας, την αναγνώριση και κατασφάλιση των θεμελιωδέστατων δικαιωμάτων του προσώπου, καθώς και στη διαμόρφωση των θεμελιωδών αρχών που θα ρυθμίζουν την οργανωμένη κοινωνική συνύπαρξη. Αυτές οι θεμελιώδεις, ρυθμιστικές αρχές οργανώνουν την κοινωνική συμβίωση και προσδιορίζουν τον τρόπο άσκησης της κυριαρχίας. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι το Σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα απέβλεπε μόνο στην κρατική οργάνωση, δηλαδή στη συγκρότηση και τον τρόπο λειτουργίας των συνταγματικών οργάνων. Απέβλεπε στη δημιουργία όλων των προϋποθέσεων που θα καθιστούσαν δυνατή την αυτόβουλη πολιτική δράση και συμμετοχή των πολιτών στα δημόσια πολιτικά πράγματα. Αποσκοπούσε  δηλαδή στο να καταστήσει τον διηνεκή συλλογικό, πολιτικό και δημοκρατικό αυτοκαθορισμό ως την ουσιώδη έκφραση και εκδήλωση της κυριαρχίας του λαού. Ως εκ τούτου, πυρήνας του συνταγματικού σχεδίου του Ρήγα είναι η σύμφυση ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, στο πλαίσιο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, της «αυτοκρατορίας του λαού». Αυτές είναι οι προϋποθέσεις που θέτει το Σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα, ώστε η ελληνική Πολιτεία να είναι ευσύντακτη, δημοκρατική πολιτεία, ικανή να διασφαλίσει την εύρυθμη και ευτεταγμένη συνύπαρξη, όχι των ατόμων ή ανθρώπων που ανήκουν στο ίδιο γένος ή την ίδια φυλή, αλλά των ελεύθερων και ίσων πολιτών που έχουν ίση δυνατότητα ατομικού και συλλογικού-πολιτικού αυτοκαθορισμού. Είναι οι πολίτες που συναπαρτίζουν τον λαό. Είναι ο λαός που διεκδικεί και επιτυγχάνει τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του, όπως έδειξε η θεμελιώδης και ριζοσπαστική πολιτική φιλοσοφία του Ρουσσώ, τις ιδέες του οποίου ενστερνίζεται ο Ρήγας. Δημιούργημα αυτών των ιδεών είναι το δημοκρατικό-πατριωτικό φρόνημα της Γαλλικής Επανάστασης και, σε ό,τι αφορά το Σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα, η αναγνώριση των πολιτών της Ελληνικής Πολιτείας-Δημοκρατίας ως προσώπων αναγνωριζόμενων ως φορέων ίσων δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας, προσωπικής και πολιτικής. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να εντοπίσουμε την ουσιαστική συμβολή του Ρήγα: στη Νέα Πολιτική Διοίκηση, εν ταυτώ με το Σύνταγμα της κρατικής οργάνωσης, διαμορφώνεται και το Σύνταγμα των δικαιωμάτων. Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Ρήγας εκπονεί Σχέδιο Συντάγματος, στο οποίο το Σύνταγμα της ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας νοείται ως σύνολο αποτελούμενο από θεμελιώδεις κανονιστικές αρχές που καθορίζουν την οργάνωση και τη λειτουργία  της εν λόγω πολιτείας, ενώ, παραλλήλως, ορίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, νοουμένων ως προσώπων ίσης αξιοπρέπειας, επί τη βάσει των θεμελιωδέστατων ηθικοπολιτικών αρχών της ελευθερίας και της ισότητας. Ο Ρήγας, με το σχέδιο δημοκρατικού Συντάγματος, επεδίωκε να διασφαλίσει τους όρους για τη συγκρότηση των εξουσιών και των λειτουργιών της συνταγματικώς οργανωμένης ελληνικής, δημοκρατικής Πολιτείας, ταυτοχρόνως με την αναγνώριση και την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και τη διάπλαση των θεμελιωδών, καταστατικών αρχών αυτής της Πολιτείας. Για να κατανοήσουμε αυτό το εγχείρημα ως πλήρη  έκφραση του ρουσσωικού, δημοκρατικού πατριωτισμού, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι αυτό το Σχέδιο Συντάγματος εκπονείται ως μια μορφή πρωταρχικής οργάνωσης πολιτικής κοινωνίας, στην οποία αποβλέπει η επανάσταση. Το επαναστατημένο έθνος, συγκροτούμενο σε πολιτική κοινότητα και δύναμη της δημοκρατίας, διά του Συντάγματος θα καθορίσει την πολιτική υπόσταση και την ταυτότητα της πολιτικής ένωσης. Ταυτοχρόνως, ο Ρήγας αποσκοπεί στο να ορίσει, με το Σχέδιο Συντάγματος, τον θεμελιώδη νόμο ο οποίος, εκτός από το να καθορίζει την πολιτική υπόσταση της πολιτικώς οργανωμένης κοινωνίας, θα αποτελεί και πηγή δικαίου για τη σύσταση των θεμελιωδών αρχών και λειτουργιών της δικαιοταξίας. Με άλλα λόγια, ο Ρήγας αποσκοπεί στη διατύπωση θεμελιωδών αρχών που θα αποτελούν και οδηγητικές αρχές για τη ρύθμιση της οργανωμένης, κοινωνικής συνύπαρξης. Αποσκοπεί, όμως, και στο να οργανώσει, μέσα από το Σχέδιο Συντάγματος, την πολιτική ενότητα της κοινωνίας που συγκροτούν οι επαναστατημένοι πολίτες, πλέον, καθιδρύοντας θεσμούς που ενισχύουν αυτή την πολιτική ενότητα και της προσδίδουν αντοχή, συνοχή και διάρκεια.

Όλα τα παραπάνω τα εγγυάται ο φορέας της κυριαρχίας: «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς». Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο Ρήγας τον λαό ως κυρίαρχο λαό, στο άρθρο 7, στο κεφάλαιο «Περί της αυτοκρατορίας του λαού», της Νέας Πολιτικής Διοίκησης. Αυτός είναι ο ορισμός της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με τον Ρήγα: είναι η «αυτοκρατορία του λαού», δηλαδή η αυτοδυναμία του. Είναι ο αυτεξάρτητος λαός, ο αυτοκρατής λαός που αποτελεί τη δύναμη της Δημοκρατίας.

 

5. «Η γενική δύναμις της δημοκρατίας συνίσταται εις ολόκληρον το έθνος»: Ο δημοκρατικός πατριωτισμός ως ριζοσπαστικό αίτημα για τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του λαού

Έτσι ορίζει ο Ρήγας, στο κεφάλαιο «Περί των δυνάμεων της δημοκρατίας» (άρθρο 197), τον εγγυητή της δημοκρατίας. Στην κυριαρχία του έθνους, με την πολιτική σημασία του, στην κυριαρχία του «αυτοκράτωρος λαού» συνίσταται η δύναμη της δημοκρατίας. Η δύναμή της είναι η λαϊκή κυριαρχία «εν οις ο δήμος έστιν ο κρατών», όπως ορίζει ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία (XLI, 2). Ας ξεκινήσουμε από ένα ευθύ ερώτημα: Σε ποιον πρέπει να ανήκει η κυριαρχία; Η απάντηση που έδωσε στο ερώτημα – ερώτημα που θέτει και απαντά ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του – είναι αυτή που έδωσε και η Γαλλική Επανάσταση. Το έθνος, ως έννοια συνώνυμη με αυτήν του λαού, ή, καλύτερα, αναγόμενη σε αυτόν, είναι δημιούργημα της Γαλλικής Επανάστασης και της δημοκρατικής θεωρίας του Ρουσσώ και του Σεγιές. Είναι κορυφαία έννοια του γαλλικού Διαφωτισμού και θεμέλιο της δημοκρατίας, αλλά και του εθνικού κράτους. Έκτυπο γνώρισμα αυτού του πνεύματος, του ριζοσπαστικού, δημοκρατικού πνεύματος, υπήρξε το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το 1827. Στο άρθρο 5 αυτού του Συντάγματος ορίζεται με απόλυτη σαφήνεια ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Έτσι διατυπώνεται η αρχή της εθνικής κυριαρχίας, αλλά και δηλώνεται απεριφράστως η δημοκρατική-λαϊκή ταυτότητα της κυριαρχίας. Η αναγωγή του έθνους σε μοναδική, αποκλειστική αρχή προέλευσης και νομιμοποίησης της κυριαρχίας αντιβαίνει πλήρως σε κάθε άλλη, θεοκρατική, αυτοκρατορική, μοναρχική, δηλαδή προπολιτική και προνεωτερική αρχή νομιμοποίησης και προέλευσης της εξουσίας. Αυτό που διατρανώνεται είναι η ιδέα και αξία της εθνικής και πολιτικής αυτονομίας, την οποία επεδίωκε η επανάσταση και εξήρε ο Διαφωτισμός. Αυτή η ιδέα, αυτή η αξία δεσπόζει κατά τη σύσταση της εθνικής και πολιτικής, συλλογικής ενότητας και οργάνωσης. Η ίδια ιδέα προσδίδει ταυτότητα σε αυτή την οργανωμένη, πολιτική ενότητα, την οποία καθίδρυσε η Ελληνική Επανάσταση ως πρωταρχική πράξη πολιτικής-εθνικής απελευθέρωσης και συγκρότησης.

Από τα παραπάνω εξηγείται γιατί και πώς  η ιδεολογική και δικαιοπολιτική σύσταση της έννοιας του έθνους – διαπλασθείσα από τη Γαλλική Επανάσταση, με τη μορφοποιό επίδραση που άσκησαν οι ιδέες του Ρουσσώ και του Σεγιές – οδήγησε στη συγκρότηση της ανεξάρτητης, δημοκρατικής πολιτείας, εδραζόμενης στις θεμελιώδεις ηθικοπολιτικές αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, αλλά και των εκπορευόμενων από αυτές τις αρχές συναφών δικαιωμάτων. Έτσι εξηγείται ότι ο Ρήγας, στη Νέα Πολιτική Διοίκηση αποδίδει με τον όρο «δημοκρατία» τη ρουσσωική République, που σημαίνει Πολιτεία στην οποία άρχει ο νόμος. Η απόδοση της République με τον όρο «δημοκρατία» αποκλείει, εξαρχής και με αποφασιστικότητα, οποιονδήποτε συσχετισμό της αρτιγέννητης, ελληνικής  πολιτείας με μοναρχίες ή αυτοκρατορίες, όπως η βυζαντινή ή η οθωμανική. Στο επαναστατικό, λοιπόν, Σύνταγμα της Τροιζήνας, το κατεξοχήν δημοκρατικό Σύνταγμα της Ελληνικής Επανάστασης, το επαναστατημένο έθνος αποκτά την πολιτική υπόσταση του λαού και αναβιβάζεται σε αυτοδύναμο, πολιτικό υποκείμενο και φορέα της κυριαρχίας. Είναι το αυτόνομο, υποκείμενο που εκφράζει την κυριαρχική του βούληση και εγγυάται το πολίτευμα. Κατά την εκδήλωση της κυριαρχίας του, θεμελιώνει την αρχή της εθνικής κυριαρχίας, αυτής της πρωταρχικής, συνθήκης για τη σύσταση της νεοπαγούς πολιτικής κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, η Ελληνική Επανάσταση, ως εθνική επανάσταση, με υποκείμενο το επαναστατημένο έθνος, συγκροτεί το εθνικό κράτος ως θύλακο διαφύλαξης αλλά και ως πεδίο άσκησης της εθνικής και της λαϊκής κυριαρχίας.

Ο δημοκρατικός συνταγματισμός της Ελληνικής Επανάστασης αναδεικνύει τον λαό ως συντεταγμένη πολιτική ενότητα πολιτών, που είναι φορείς ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ίσων ελευθεριών. Ως εκ τούτου, αποτελεί διατράνωση της πολιτικής ελευθερίας και πλήρη καταξίωσή της το δικαίωμα των πολιτών –  των πολιτών που συναποτελούν το επαναστατημένο έθνος και το αυτόνομο, πολιτικό υποκείμενο της συντακτικής εξουσίας – να καθορίζουν αλλά και να αναπροσδιορίζουν την πολιτεία. Μπορούμε δηλαδή να αναζητήσουμε στον πυρήνα του ελληνικού, δημοκρατικού συνταγματισμού, όπως τον εκφράζει το Σύνταγμα της Τροιζήνας, τη διασφάλιση αυτού του διηνεκούς αναπροσδιορισμού.

Σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή στο πλαίσιο που ορίζει η Ελληνική Επανάσταση και ο δημοκρατικός συνταγματισμός της, κατοχυρώνεται η εθνική ανεξαρτησία και περιγράφεται ο λαός ως αυτόνομο υποκείμενο. Είναι ο λαός που οργανώνεται σε κράτος. Ο ίδιος έχει δυνατότητα συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή έχει εξουσία αυτοδιάθεσης, ώστε να συνιστά αυτοδύναμη πολιτική οντότητα με δυνατότητα αυτοκυβέρνησης. Αυτή είναι η σημασία του λαού νοούμενου ως Δήμου. Αυτός είναι ο λαός που, αναβιβαζόμενος σε υπέρτερο αξιακό αναβαθμό, γίνεται ο άρχων στη Δημοκρατία Δήμος: «Δημοκρατία δ’ εστίν όταν η κύριον το πλήθος» (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1279b 23). Ο λαός είναι υποκείμενο του διαρκούς, συλλογικού και πολιτικού αυτοκαθορισμού, επειδή ο ίδιος είναι πηγή της εξουσίας που επιτρέπει αυτόν τον αυτοκαθορισμό.

Από τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο λαός έχει ο ίδιος, καθεαυτόν, την εξουσία του συλλογικού-πολιτικού αυτοκαθορισμού και, γι’ αυτό, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει και να την εξεύρει σε κάποια υπερκείμενη αυτού αρχή. Μέρος αυτού του αυτοκαθορισμού, αλλά και του δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού, επαναστατικού συνταγματισμού, είναι το γεγονός ότι ο λαός, ως φορέας της κυριαρχίας, δηλαδή ως κυρίαρχος λαός, αλλά και συντακτικό υποκείμενο, αυτοπροσδιορίζεται κυρίαρχος, όταν κατά την εθνική συνέλευση της Τροιζήνας, άσκησε τη συντακτική εξουσία του, θεσπίζοντας το Σύνταγμα. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως κυρίαρχος, αλλά και υποκείμενος στους συνταγματικούς κανόνες και περιορισμούς που καθορίζουν την άσκηση της κυριαρχίας του. Ο λαός είναι κυρίαρχος, μόνο όταν και εφόσον ασκεί την κυριαρχία του εντός του καθορισμένου πλαισίου το οποίο ορίζουν και διαφυλάσσουν οι συνταγματικοί κανόνες. Το δημοκρατικό Σύνταγμα αναδεικνύεται σε όρο σύστασης και νόμιμης άσκησης της κυριαρχίας του λαού. Είναι ο όρος δυνατότητάς της, άρα και συνθήκη δυνατότητας του συλλογικού-πολιτικού και δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού. Είναι λοιπόν περιορισμένη και καθορισμένη εκ των συνταγματικών κανόνων η άσκηση της κυριαρχίας του λαού, ώστε να είναι νομιμοποιημένη και όχι αυθαίρετη. Το Σύνταγμα νομιμοποιείται διά της αναγωγής του στην κυριαρχία και τη συντακτική εξουσία του έθνους και του λαού και η κυριαρχία του λαού και του έθνους νομιμοποιείται με την ένταξή της και την άσκησή της εντός του κανονιστικού πλαισίου που ορίζει το Σύνταγμα το οποίο θέσπισαν. Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο προσδιορίζει το εύρος της νόμιμης και παραδεκτής άσκησης της κυριαρχίας του έθνους. Γι’ αυτό, το Σύνταγμα αναγνωρίζει ως υπέρτατη αρχή νόμιμης εξουσίας όχι την απλή ύπαρξή του ούτε τον λαό και το έθνος ως φορείς της κυριαρχίας και υποκειμένων της συντακτικής εξουσίας, αλλά την αξία του πατριωτισμού των πολιτών, που συναπετέλεσαν την συντεταγμένη πολιτική ενότητα που καλείται «λαός». Αναγνωρίζει ως υπέρτατη αρχή τον πατριωτισμό αυτών των πολιτών, δηλαδή τον δημοκρατικό πατριωτισμό. Τώρα, μπορούμε να το αποσαφηνίσουμε περισσότερο: ξεκινήσαμε από το να εξετάσουμε πώς ο Ρήγας ορίζει ως δύναμη της δημοκρατίας το έθνος. Καταλήγουμε, κατά την ολοκλήρωση αυτού του μέρους της ανάλυσης, στο ότι αυτή η δύναμη, η δύναμη της δημοκρατίας, αυτή που ορίζει και εδραιώνει το συνταγματικό πολίτευμα, δεν είναι το έθνος και ο λαός μόνο, ως φορείς της κυριαρχίας, αλλά ο πατριωτισμός αυτού του λαού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συντακτική εξουσία παύει να θεωρείται ανήκουσα στο έθνος και τον λαό. Σημαίνει, όμως, ότι δεν είναι απόλυτη η κυριαρχία τους ή ότι δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς αναφορά στην αξία του πατριωτισμού. Γι’ αυτό ο πατριωτισμός – με αυτή τη σημασία, δηλαδή ως έκφραση του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού – είναι συμφυής με τη δημοκρατία. Εφόσον το συνταγματικό πολίτευμα, όπως μας έδειξε η Γαλλική Επανάσταση και ο επηρεασθείς από αυτήν Ρήγας, αλλά και ο ελληνικός, επαναστατικός συνταγματισμός, προκύπτει από το έθνος και τον λαό, ως πολιτική κοινότητα θεμελιούμενη στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, αλλά και της διασφάλισης των δικαιωμάτων, τότε αυτό το πολίτευμα ανήκει εξολοκλήρου στον λαό. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρχει υπέρτερη εγγυητική αρχή για την τήρησή του από τον πατριωτισμό αυτού του λαού. Σχετικά με το Σύνταγμα μπορεί να αποφαίνεται μόνο ο λαός ως συντεταγμένη πολιτική ενότητα εν συνόλω: όλος ο λαός, όλο το έθνος, όχι μόνο ένα μέρος τους. Άλλωστε ο προσδιορισμός της έννοιας του λαού ως έννοιας με πολιτικό περιεχόμενο, είναι η ουσιώδης προϋπόθεση, ώστε να καταλάβουμε για ποιον λόγο η ελληνική πολιτεία συνδέεται, σε ιδεατό επίπεδο, με τη δημοκρατία την οποία καθιέρωσε η Ελληνική Επανάσταση. Χωρίς αυτήν, το ελληνικό έθνος, ως συντεταγμένη πολιτική ενότητα και φορέας των δημοκρατιών αξιών, δεν θα ήταν νοητό, όπως δεν θα είχε υπάρξει και το ελληνικό εθνικό κράτος.

Ας συνοψίσουμε: ο δημοκρατικός πατριωτισμός, έτσι όπως οργανώνεται στο έργο το Ρουσσώ, του Σεγιές, αλλά και εκδηλώνεται στον Ρήγα Φεραίο και τα Συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης, συναρτά τη δημοκρατική αρχή με τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Η δημοκρατική αρχή προκύπτει από τη σύνθεση αυτών των δύο αρχών. Εφόσον η δημοκρατία έχει ως κανονιστική αρχή της την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η ενυπάρχουσα στο υποκείμενο «λαός» κυριαρχία – και ασκούμενη από αυτό – προϋποθέτει ότι αυτό το υποκείμενο, ο λαός, ως οργανωμένη ενότητα ελεύθερων και ίσων πολιτών, περιλαμβάνει πολίτες που ο καθένας από αυτούς είναι φορέας ενός ισομερώς καθορισμένου βαθμού κυριαρχίας. Στηριζόμενοι σε αυτή την παραδοχή, έτσι όπως προέκυψε από την προηγηθείσα ανάλυση, μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε το κύριο επιχείρημα και να αποτυπώσουμε τη συλλογιστική του διάρθρωση:

Α. Η δημοκρατική αρχή είναι σύνθεση ελευθερίας και ισότητας.

Β. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως πρόσωπο και πολίτη. Ο ίδιος συνιστά, εντός του αξιακού πλαισίου της δημοκρατίας, θεμελιώδη αξία, ώστε η δημοκρατία να προάγει την ελευθερία και την ισότητα όλων των πολιτών.

Γ. Από τις παραπάνω προκείμενες, συνάγουμε ότι  η πολιτική ελευθερία προκύπτει από τη δυνατότητα αυτοκαθορισμού των πολιτών, που, ως οργανωμένη πολιτική ενόητητα, συναπαρτίζουν τον λαό, ο οποίος αναβιβάζεται σε αυτόνομο, πολιτικό υποκείμενο.

Δ. Οπότε αυτό το υποκείμενο μπορεί να ασκεί την κυριαρχική του βούληση και τη συντακτική του εξουσία.

Ε. Συνεπώς, με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, ως θεμελίου της δημοκρατίας, συντελείται ο μέγιστος δυνατός περιορισμός των ετεροκαθοριζόμενων πολιτών, άρα διευρύνεται το πολιτικό σώμα των πολιτών που ασκούν το δικαίωμα του ίσου πολιτικού αυτοκαθορισμού και έτσι ενισχύεται η ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Ο ίδιος ο λαός έχει δυνατότητα αυτοδιεύθυνσης, δυνατότητα να αυτοκυβερνάται. Αυτή η δυνατότητα είναι η ουσία της δημοκρατίας. Ο πατριωτισμός αυτού του αυτοκαθοριζόμενου λαού είναι η υπέρτατη εγγυητική αρχή του πολιτεύματος και της συνταγματικής του διάπλασης.

 

6. Το Ε.Α.Μ. και η λαϊκή κυριαρχία

«Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τον λαό. Η Αυτοδιοίκηση και η λαϊκή Δικαιοσύνη είναι θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων». Έτσι ορίζεται, στο άρθρο 2, του ψηφίσματος του Εθνικού Συμβουλίου, με το οποίο κυρώθηκε η Ιδρυτική Πράξη της Π.Ε.Ε.Α., στις 10 Μαρτίου 1944, στην εθνοσυνέλευση των Κορυσχάδων, ότι ο λαός είναι πηγή όλων των εξουσιών.[6] Το ιστορικό ψήφισμα αυτής της εθνοσυνέλευσης αναγνωρίζει τον λαό ως φορέα της κυριαρχίας και ορίζει ότι «Το Εθνικό Συμβούλιο είναι το ανώτερο όργανο της Λαϊκής Κυριαρχίας. Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης έχει τις εξουσίες που καθορίζει αυτό το ψήφισμα» (άρθρο 3). Με την ίδρυση της Π.Ε.Ε.Α μοροφοποιείται και το νομοθετικό έργο της Εθνικής Αντίστασης. Η καθιέρωση ίσων πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων για άνδρες και γυναίκες, όπως ορίστηκε στο άρθρο 5 του προαναφερθέντος  ψηφίσματος, και η οργάνωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης (Πράξη 55 και 57, 63, αντιστοίχως) αναδεικνύουν την αξία της πολιτικής συμμετοχής ως εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Οι συγκεκριμένες διατάξεις για την Αυτοδιοίκηση καθιστούν τον Δήμο και την Κοινότητα κέντρα άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, με υποχρέωση λογοδοσίας και δυνατότητα να ασκείται λαϊκός έλεγχος. Η σύσταση θεσμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης συνιστά πράξη εναρμόνισης των δημοκρατικών αξιακών αρχών της πολιτικής συμμετοχής με τις δικαιοκρατικές αρχές. Το θεσμικό έργο του Ε.Α.Μ. μέσω των Πράξεων που θέσπισε η Π.Ε.Ε.Α. εγγράφεται στην παράδοση του δημοκρατικού συνταγματισμού της Ελληνικής Επανάστασης. Το αυτοδιοικητικό και δικαιοθετικό έργο της Π.Ε.Ε.Α. αναδεικνύει το Ε.Α.Μ. σε κορυφαία έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και του δημοκρατικού πατριωτισμού ο οποίος ορίζει ότι το δημοκρατικό φρόνημα δεν μπορεί παρά να είναι και πατριωτικό φρόνημα, εμπνεόμενο από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Το Ε.Α.Μ. προέταξε την απελευθέρωση της χώρας, την επιβίωση του λαού και την ανόρθωση της κοινωνίας, καθώς και τη συγκρότηση κράτους. Είναι η χαρακτηριστικότερη περίπτωση για τη συνύφανση εθνικού και κοινωνικού. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί υπόδειγμα προς αντιγραφή. Σημαίνει ότι συνιστά μοναδικό ιστορικό φαινόμενο, ικανό να αποτελέσει σηματωρό για την εκ νέου πρόταξη της λαϊκής κυριαρχίας ως κανονιστικής αρχής της δημοκρατίας, στη χώρα μας και στην Ευρώπη, όπου η αποσάθρωση της δημοκρατίας μέσα από τη συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας είναι προϋπόθεση για την τελεσφόρα εφαρμογή της επιθετικής προς τη δημοκρατία και σαρωτική προς τις κοινωνίες και τους λαούς πολιτική του νεφιλελεύθερου, χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αυτό είναι ίσως το μείζον αίτημα για τη χώρα μας, σήμερα, σε αυτές τις συνθήκες: υπεράσπιση της δημοκρατίας, μέσω της προάσπισης της λαϊκής κυριαρχίας, που συνιστά τον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής, και επιβίωση της κοινωνίας. Εάν η τελευταία προαπαιτεί την ανασύσταση του καταρρεύσαντος κοινωνικού κράτους, το τελευταίο έχει ως προϋπόθεσή του δημοκρατία. Η υπεράσπισή της, όπως και ο αγώνας για την επιβίωση του λαού και της ανόρθωσης της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι υπόθεση του ίδιου του λαού. Προϋποθέτει να κατανοήσει ότι αυτός είναι ο φορέας της κυριαρχίας. Σε αυτό μας χρειάζεται ο δημοκρατικός πατριωτισμός του Ε.Α.Μ. Μας δείχνει ότι κυρίαρχος λαός είναι πρωτίστως ο αξιοπρεπής και ανθιστάμενος λαός.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, Βιβλίο II, Κεφάλαιο VII, μτφ. Βασιλική Γρηγοροπούλου, Αλφρέδος Σταϊνχάουερ, επ. Βασιλική Γρηγοροπούλου, Πόλις, Αθήνα, σ.α95.
[2] Βλ. και Myrray Forsyth, Reason and Revolution: the political thought of the Abbé Sieyés, Holmes & Meier, Publishers, Νέα Υόρκη 1987 σ. 70.
[3] Abbé Sieyés, Écrits politiques, Roberto Zappeti (επ.), Éditions des Archives contemporaines, Παρίσι 1985, σσ. 95-97.
[4] Abbé Sieyés, What is the Third Estate, μτφρ. M. Blondel, επ. S. E. Finer, Pall Mall Press, Λονδίνο 1963, σ. 126.
[5] Thomas Paine, “Rights of Man” [1792], στο Political Writtings, Bruce Kyklick (επ.), Cambridge University Press, Cambridge 1989, σ. 142-146.
[6]  Εθνικό Συμβούλιο. Περιληπτικά πρακτικά εργασιών της πρώτης συνόδου του. Έκδοση «Κοινότητα Κορυσχάδων Ευρυτανίας» σ. 193.



πίσω στα περιεχόμενα: