τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες: , ,


ΛΟΓΟΣ-ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ-ΔΙΑΛΟΓΟΣ: Από την οικονομική κρίση στην κρίση της δημοκρατίας;


Σκέψεις γύρω από τη δυνατότητα συγκρότησης και ανάπτυξης ενός νέου πολιτικού κόμματος

 

Οικονομική Κρίση – Κρίση Δημοκρατίας;

Για να αναλύσει κανείς τα αίτια και το μέγεθος της οικονομικής κρίσης η οποία ξεκινά από το 2007 με τη μορφή της κρίσης στον τομέα του real estate στις ΗΠΑ και επεκτείνεται σε παγκόσμιο επίπεδο θα πρέπει να την εντάξει στη διαδικασία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Στη συγκυρία, η επικράτηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ως κυρίαρχης μερίδας από την πλευρά του κεφαλαίου έχει ως αποτέλεσμα να διαρρήξει οριστικά τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο «καπιταλισμός της ευημερίας», μέσω δηλαδή της ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμο Πόλεμο. Έτσι, στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται, ο κόσμος της εργασίας δεν χρειάζεται πλέον να έχει αγοραστική δύναμη ώστε να μπορεί να αγοράζει αγαθά και υπηρεσίες, καθώς τα κέρδη του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν πραγματοποιούνται στο επίπεδο της παραγωγής (όπως για παράδειγμα στο υπόδειγμα της βιομηχανίας), αλλά μέσω άυλων αξιών σε δευτερογενείς και τριτογενείς αγορές. Μάλιστα, η ένταση με την οποία τείνει να εξελίσσεται η συγκεκριμένη διαδικασία σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο φαίνεται ότι διαμορφώνει το πλαίσιο για την τάση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης προς τον «καθολικό/ολικό καπιταλισμό». Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας φάσης του καπιταλισμού φαίνεται πως είναι ο συνδυασμός του προτάγματος της ανταγωνιστικότητας με την πρακτική της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Μια διαδικασία που ο D. Harvey περιέγραψε ως συσσώρευση μέσω αποστέρησης (accumulation by disposition), με τα εξής χαρακτηριστικά: Όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες αποτελούν πλέον πεδία κερδοφορίας των επιχειρήσεων ακόμα και για τα δημόσια αγαθά και υπηρεσίες τα οποία μέχρι τώρα αποτελούσαν αποκλειστικότητα του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους όπως και η λειτουργία του δημόσιου τομέα με κανόνες που διέπουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το πολιτικό πλαίσιο κυριαρχείται από το αίτημα της «αποτελεσματικότητας» το οποίο προσδιορίζεται με αποκλειστικά αγοραίους όρους και δεν αναφέρεται στις ανάγκες των πολιτών και της κοινωνίας. Δίνεται προτεραιότητα στις αναγκαιότητες της καπιταλιστικής συσσώρευσης διαμέσου της «απόλυτης υπεραξίας» με επιμήκυνση δηλαδή της εργάσιμης ημέρας και εντατικοποίηση της δουλειάς του εργαζόμενου, ενώ τα προτάγματα για κοινωνική ευημερία φαίνεται να υποβαθμίζονται. Η ελεύθερη αγορά αναδεικνύεται σε υπέρτατη αξία τόσο σε σχέση με την εθνική κυριαρχία όσο και σε σχέση με τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών· επιδιώκεται η «καθολική εξατομίκευση», όπου το βασικό υποκείμενο είναι το άτομο και οι επιδιώξεις του, ενώ η κοινωνία δεν έχει συλλογικές ανάγκες.[1]

Το αποτέλεσμα αυτής της πορείας είναι ότι ο συνδυασμός της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων, της υιοθέτησης του «λαϊκού καπιταλισμού» μέσω του χρηματιστηρίου και της εισαγωγής σκληρών προγραμμάτων δημοσιονομικής πειθαρχίας οδήγησε στην ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου, της ιδιωτικής αποταμίευσης και της δημόσιας περιουσίας από το κεφάλαιο, και προήγαγε την ατομοκεντρική νεοφιλελεύθερη προσέγγιση στην κοινωνία.[2] Όπως εύστοχα αναφέρεται, «από όλες τις πολιτικές που επιδρούν στην ισορροπία κράτους αγοράς […] η ιδιωτικοποίηση είναι πιθανότατα η πιο αξιοπρόσεκτη και άμεση. Η ιδιωτικοποίηση όχι μόνον ισοδυναμεί με έναν ριζικό επανασχεδιασμό των ορίων δημοσίου-ιδιωτικού, αλλά συνιστά και βαρυσήμαντη αλλαγή ολόκληρου του μεταπολεμικού οικονομικού παραδείγματος».[3]

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά φαίνεται πως αποτελούν «κοινό τόπο», οδηγίες για «ορθή κυβερνητική πρακτική», με τάση μάλιστα να αποτυπωθούν σε συνταγματικό πεδίο σε κάθε χώρα. Ωστόσο μια τέτοια εξέλιξη υπονομεύει την πολιτική, καθώς δεν θεωρείται πλέον «αναγκαία» για τη διευθέτηση σε πολιτικό, θεσμικό και διοικητικό επίπεδο των κοινωνικών ανισοτήτων και των κοινωνικών αιτημάτων. Την ίδια στιγμή αναδεικνύεται η τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής η οποία εμφανίζεται να έχει τη δυνατότητα να «προσφέρει» έτοιμες λύσεις χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο οι θεσμοί πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης οδηγούνται μακριά από την κοινωνία, ενώ το περιεχόμενο του πολιτικού ανταγωνισμού περιορίζεται μόνο στη διαχείριση των εκάστοτε κρατικών προταγμάτων. Έτσι, τελικά φαίνεται πως καταφέρνουν να οικοδομήσουν ένα ομογενοποιημένο πολιτικό υποκείμενο το κόμμα του κράτους και των αγορών.[4] Το σύνολο δηλαδή των πολιτικών κομμάτων μετεξελίσσονται σε «κόμματα του κράτους», με βασικό χαρακτηριστικό την αλληλοδιείσδυση και αλληλεξάρτηση κόμματος και κράτους. Οι κρατικές υποθέσεις αναδεικνύονται ως η νέα νομιμοποιητική βάση για τη διατήρηση των κομμάτων στην εξουσία καθώς προσφέρει τους αναγκαίους πόρους για την επιβίωση των υπαρχόντων κομμάτων, υποβαθμίζοντας τη συνεισφορά μελών. Τα κόμματα πλέον απομακρύνονται από τη λειτουργία τους ως εκφραστές κοινωνικών αιτημάτων και ταυτίζονται σχεδόν αποκλειστικά με τις κρατικές αναγκαιότητες, οι οποίες προβάλλονται και καθολικοποιούνται διαμέσου των ιδιωτικών ΜΜΕ. Τα κομματικά μέλη και οι τοπικές οργανώσεις θεωρούνται εμπόδια για την οργανωτική και πολιτική ανανέωση του κόμματος. Μειώνεται η επιρροή της κομματικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα να απεμπολεί εντελώς τον παραδοσιακό ρόλο της ως μηχανισμός ανάδειξης της κομματικής ελίτ, ως διαμορφωτή της ιδεολογίας του κόμματος με αποτέλεσμα να οδηγήσει στην απομάκρυνση του παράγοντα «κόμμα» από την κοινωνία και στην πλήρη αυτονόμηση της ηγεσίας η οποία ασχολείται αποκλειστικά με τις κρατικές αναγκαιότητες. Έτσι, τα ζητήματα της παραγωγής, της ανανέωσης και της αναπαραγωγής των κομματικών και κυβερνητικών ελίτ, καθώς και το περιεχόμενο της πολιτικής ατζέντας φαίνεται πως αποτελούν αντικείμενο των ιδιωτικών ΜΜΕ και των τεχνοκρατών – ειδικών επικοινωνίας για τους οποίους τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αποτέλεσμα ρήξεων και κοινωνικών διαφοροποιήσεων, αλλά «προϊόντα» που εμπίπτουν στη διαφημιστική αγορά.[5]

Η οικοδόμηση ενός οικονομικού και πολιτικού συστήματος με αυτά τα χαρακτηριστικά έχει ως συνέπειες τον περιορισμό των βασικών διαδικασιών και θεσμών πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης, υποβαθμίζει τους πολίτες σε πελάτες και υπονομεύει τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ισότητας, αξίες οι οποίες αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για την λειτουργία της δημοκρατίας, καθώς η έννοια της δημοκρατίας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνία και αρχές στοιχειώδους ισότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης είναι η υποβάθμιση της αξίας των βασικών θεσμών της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, των πολιτικών κομμάτων για παράδειγμα. Με αυτό τον τρόπο η οικονομική κρίση συνυπάρχει με τη λεγόμενη κρίση της πολιτικής, η οποία φαίνεται να μην μπορεί να προσφέρει ουσιαστικές εναλλακτικές λύσεις στο κυρίαρχο υπόδειγμα. Έτσι, η ύφεση παραμένει, αλλά υπονομεύεται τελικά η δημοκρατία, καθώς από τη στιγμή κατά την οποία το πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί την κοινωνική συναίνεση, δηλαδή να εντάξει στο κράτος τα αιτήματα της κοινωνίας, τότε παρατηρείται επέκταση των κατασταλτικών πρακτικών. Επίσης, η άνοδος της επιρροής ναζιστικών ομάδων και οργανώσεων οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στην οικονομική κρίση, φαίνεται πως οδηγεί τελικά σε μια νέα φάση του καθολικού καπιταλισμού όπου δοκιμάζονται τα όρια συμβίωσης του καπιταλισμού με τη δημοκρατία.[6]

 

Το οργανωτικό υπόδειγμα της μεταπολίτευσης

Κατά την πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης, τα πολιτικά κόμματα αναλαμβάνουν να διαδραματίσουν τον κυρίαρχο ρόλο για τη μετάβαση στη δημοκρατία και να δώσουν διέξοδο στο άμεσο αίτημα της κοινωνίας για ενεργό παρουσία στην πολιτική, σε αντίθεση με το μετεμφυλιακό και παλαιοκομματικό κομματικό σύστημα. Τα πολιτικά κόμματα αναλαμβάνουν αυτή τη διαδικασία γιατί κανένας άλλος προδικτατορικός θεσμός (Εκκλησία, Στρατός, Τοπική Αυτοδιοίκηση, συνδικάτα) δεν διέθετε εκείνη την εποχή την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη διαδικασία. Με αυτό τον τρόπο, συντελούν αποφασιστικά στην εδραίωση του κομματικού θεσμού ως προνομιακής δομής αναπαραγωγής της μεταπολιτευτικής κοινωνικής δομής. Στο πλαίσιο αυτό κατά τη διάρκεια της πρώτης τουλάχιστον φάσης της Μεταπολίτευσης αναπτύσσεται το ιδιότυπο μαζικό κόμμα. Σύμφωνα με τον M. Duverger, τα κόμματα μαζών αποτελούν την πολιτική έκφραση ενός συγκεκριμένου τμήματος της κοινωνίας· λειτουργούν ως σύνδεσμοι μεταξύ της κοινωνίας και του κράτους· συμμετέχουν στις εκλογές με στόχο να γίνουν κυβέρνηση και να ελέγξουν το κράτος προς όφελος της κοινωνικής ομάδας – τάξης που εκπροσωπούν· αναπτύσσουν δική τους κουλτούρα, οργάνωση, γραφειοκρατία· δίνουν έμφαση στην ιδεολογία και προτάσσουν τις δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες· προσπαθούν να αυξήσουν τα μέλη τους καθώς αποτελούν σημαντική πηγή εισοδήματος και αύξησης της πολιτικής τους επιρροής· σε ανταπόδοση της συνεισφοράς τους, τα μέλη προσδοκούν να έχουν μερικό έλεγχο στους σκοπούς και στις δραστηριότητες του κόμματος.[7] Στην ελληνική περίπτωση, το ιδιότυπο κόμμα μαζών προχωρεί στη συγκρότηση τοπικών και κλαδικών οργανώσεων, στην ανάπτυξη συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων και προώθησης πολιτικής δράσης, στη σχηματοποίηση ιδιότητας κομματικού μέλους με καταστατικά καθορισμένα καθήκοντα υποχρεώσεις και δικαιώματα, στη διαμόρφωση πολιτικής κινητοποίησης μέσω μαζικών συγκεντρώσεων και στην ενεργό παρουσία της κομματικής οργάνωσης. Τα «νέα» πολιτικά κόμματα αναλαμβάνουν έναν εκπαιδευτικό ρόλο για την ένταξη της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα, αναδεικνύουν νέες ελίτ για τη διακυβέρνηση και τη στελέχωση του κράτους, οργανώνουν και υλοποιούν τις νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης παρά την ισχυρή κληρονομιά της προδικτατορικής περιόδου [πολιτευτές και κομματάρχες – παλαιοκομματικοί μηχανισμοί κινητοποίησης]. Μέσω της οργάνωσης και της στήριξης των προεκλογικών συγκεντρώσεων με έντονη την παρουσία των κομματικών μελών, η κομματική οργάνωση αναδεικνύεται ως αποτελεσματικός εκλογικός μηχανισμός για τα κόμματα και τη δημοκρατία κατ’ επέκταση. Η συγκεκριμένη τάση μεταφέρεται και αναπαράγεται σε όλους σχεδόν τους θεσμούς κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης (στο συνδικαλιστικό κίνημα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση), κομματοποιώντας με αυτό τον τρόπο την κοινωνία και τους θεσμούς της συνολικά. Ωστόσο, όμως, ήδη από τη δεκαετία του 1980 το ιδιότυπο κόμμα μαζών φαίνεται πως μετακινείται, από εκπρόσωπος της κοινωνίας και των αιτημάτων της σε γραφειοκρατικό μηχανισμό με έμφαση στον κυβερνητισμό στην αρχή και τελικά κατά τη δεκαετία του 1990 οδηγείται στην προσέγγιση με τις κρατικές επιλογές και αναγκαιότητες. Την εποχή αυτή, το ελληνικό κομματικό σύστημα φαίνεται πως τελικά προσεγγίζει τα κομματικά συστήματα των χωρών της Δ. Ευρώπης όπου τα βασικά πολιτικά κόμματα έχουν ήδη μπει στην πορεία της κρατικοποίησης. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι ότι από κόμματα της κοινωνίας, μετατρέπονται σταδιακά σε κόμματα του κράτους και περιορίζουν αποφασιστικά κάθε σχέση με τα κοινωνικά αιτήματα και τις επιδιώξεις της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό ο ρόλος του κόμματος φθίνει όχι μόνο ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά και ως μηχανισμός πολιτικής κινητοποίησης. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η υποκατάσταση των λειτουργιών του κόμματος από «ουδέτερους» τεχνοκράτες και ειδικούς της επικοινωνίας ταυτόχρονα με την αποφασιστική παρέμβαση των ιδιωτικών ΜΜΕ τα οποία άρχισαν να λειτουργούν από τη δεκαετία του 1990. Έτσι λοιπόν τα κόμματα επιλέγουν να μην «χρειάζονται» τα οργανωμένα μέλη ούτε ως μοχλός πολιτικής κινητοποίησης, καθώς μετακινούνται προς το κράτος όπου εκεί υπάρχουν οι πόροι (οικονομικοί, οργανωτικοί και πολιτικοί) για την αναπαραγωγή τους. Οι συγκεκριμένες οργανωτικές και πολιτικές πρακτικές οδηγούν σε αυτό που πρακτικά ονομάζουμε Δικομματισμό στον οποίο συμμετέχουν (με διαφορετικό βέβαια βαθμό συμμετοχής και ευθύνης) τα κόμματα που λειτούργησαν στο κομματικό σύστημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα του μετασχηματισμού των κομματικών οργανώσεων καθ’ όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης που σχηματικά φαίνεται πως είναι μια κίνηση από την κοινωνία στο κράτος έχει ως αποτέλεσμα τη λεγόμενη κρίση της πολιτικής. Η «κρίση» δηλαδή της πολιτικής δεν είναι τίποτε άλλο από την αποξένωση των κομμάτων από την κοινωνία και την κομματική τους βάση και την πλήρη απορρόφησή τους από τις κρατικές προτεραιότητες.

 

 

Οι εξελίξεις στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και το νέο κόμμα της Αριστεράς

 

Στην Ευρώπη της κρίσης και της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας η οποία δίνει προτεραιότητα στην ικανοποίηση των απαιτήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα και φαίνεται πως θέτει ακόμα και το ευρωπαϊκό δημοκρατικό κεκτημένο,[8] τα κόμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της σοσιαλιστικής Διεθνούς κατ’ επέκταση φαίνεται πως δοκιμάζονται πολιτικά και οργανωτικά. Η από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 υιοθέτηση του εκσυγχρονιστικού «Τρί­του Δρόμου»[9] ο οποίος επηρέασε αποφασιστικά τη στρατηγική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας συνολικά, με την ουσιαστική αποδοχή του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος και σηματοδοτεί τη συντηρητική στροφή των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων έχει ως συνέπεια στην εποχή της κρίσης είτε να πρωταγωνιστούν στη νεοφιλελεύθερη διευθέτηση του προβλήματος (βλ. για παράδειγμα ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, Ολάντ στη Γαλλία) είτε να στέκονται αδύναμα μπροστά της (SPD-Γερμανία). Οι τελευταίες μάλιστα εξελίξεις στο πλαίσιο της Διεθνούς με την αυτονόμηση των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών να αποχωρήσουν ουσιαστικά από τη Διεθνή και να δημιουργήσουν την Προοδευτική Συμμαχία, φαίνεται ότι δεν είναι τίποτε άλλο από την αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να παρέμβει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της κρίσης. Ωστόσο, και η δημιουργία μιας νέας οργάνωσης με τα υπάρχοντα κόμματα φαίνεται ότι θα απεμπολήσει ακόμα και την έννοια του σοσιαλισμού ως συμβολικό χαρακτηριστικό στον τίτλο της σε μια πορεία αμφίβολης επιβίωσης από τη στιγμή κατά την οποία τα κόμματα που θα την απαρτίζουν, θα συνεχίσουν να ταυτίζονται πολιτικά με τις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού.[10]

Έτσι, η κρίση στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία «χώρου» στην κοινωνία, για την ανάδειξη νέων πολιτικών σχηματισμών / κομμάτων ιδίως στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, τα οποία θα αντικαταστήσουν στη νέα εποχή τη σοσιαλδημοκρατία στην εκπροσώπηση των κοινωνικών ομάδων που παραδοσιακά εκπροσωπούσε (δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, άνεργους, μικρούς ελεύθερους επαγγελματίες, μικρούς αγρότες). Στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, η κυρίαρχη τάση εστιάζει ύστερα από τη δραματική πολιτική και εκλογική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ στη δημιουργία κομμάτων στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Μια επιλογή που ωστόσο δεν φαίνεται να έχει υλική υπόσταση από τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνία πολώνεται καθώς μεγάλα τμήματά της που παραδοσιακά στήριζαν το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν να ικανοποιήσουν βασικά τους αιτήματα και φαίνεται να στρέφονται προς την Αριστερά. Η μετακίνηση λοιπόν της σοσιαλδημοκρατίας προς το «κέντρο» του πολιτικού φάσματος, είναι μια επιλογή που φαίνεται να μην παρακολουθεί την κίνηση της κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο δεν φαίνεται να έχει χώρο για πολιτική και εκλογική επέκταση. Συνεπώς, στο κενό εκπροσώπησης που αφήνει η σοσιαλδημοκρατία αναδεικνύεται η αναγκαιότητα για την οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού φορέα με εναλλακτική οικονομικής πολιτικής καθώς και μια νέα οργανωτική δομή και νέες πολιτικές αρχές.

Η οικοδόμηση ενός νέου κόμματος που θα φιλοδοξεί να εκφράσει τους «μη προνομιούχους» της εποχής του «ολικού καπιταλισμού» και της κυριαρχίας της χρηματοπιστωτικής μερίδας θα πρέπει να στηριχθεί στην παράδοση του κόμματος μαζών. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δίνει έμφαση στην εκπροσώπηση κοινωνικών αιτημάτων, η προτεραιότητα του κόμματος στον σχεδιασμό της πολιτικής σε σχέση με την Κοινοβουλευτική Ομάδα και τους τεχνοκράτες της πολιτικής, να πρωτοστατήσει, όχι με όρους καθοδήγησης αλλά με όρους συμπόρευσης στα κοινωνικά κινήματα με στόχο να εκφράσει πολιτικά και να εντάξει στην οργανωτική του δομή τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μέσα από ένα ενιαίο πρόγραμμα, ικανό να εκφράσει τη νέα ριζοσπαστικότητα που έχει αναδυθεί. Σε πολιτικό επίπεδο τακτικός στόχος του νέου κόμματος θα πρέπει να είναι η οικοδόμηση ενός κράτους πρόνοιας με έμφαση στην καθολικότητα και στις υψηλού επιπέδου παροχές, ώστε να δημιουργηθεί ένα ευρύτατο δίχτυ κοινωνικής προστασίας και σε αυτό να ενταχθούν σε πρώτη φάση οι κοινωνικές ομάδες που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση, με σκοπό τη δημιουργία δημόσιου χώρου και τη μείωση της εξάρτησης της επιβίωσης των ατόμων από την ικανότητά τους να απευθύνονται στην αγορά. Σε οικονομικό επίπεδο το νέο κόμμα θα πρέπει να δώσει έμφαση στην άμεση κοινωνικοποίηση των βασικών δημόσιων αγαθών (νερό, ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, πετρέλαιο) ώστε να διασφαλίζεται η παροχή τους σε όλους τους πολίτες. Παράλληλα, θα πρέπει να δώσει έμφαση στην ανάπτυξη κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων οι οποίοι θα λειτουργούν αυτόνομα και την ανάπτυξη της «Ηθικής Τράπεζας» η οποία θα λειτουργεί με όρους κοινωνικής ευαισθησίας και όχι με όρους αγοράς. Σε επίπεδο στρατηγικής ένα κόμμα της σοσιαλιστικής Αριστεράς θα πρέπει να θέτει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη συνολική αλλαγή του καπιταλιστικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου.

Το νέο κόμμα θα πρέπει να στηριχθεί και σε μια νέα οργανωτική δομή με τα εξής χαρακτηριστικά:

 

 

Η οικοδόμηση ενός νέου κόμματος με τα παραπάνω πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά θα διαμορφώσει ένα νέο πεδίο για την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας στην πολιτική, και θα προσφέρει σημαντική πολιτική και οργανωτική δυναμική καθώς θα καταφέρει να κινητοποιήσει σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διατήρηση της δημοκρατίας και στην ανάσχεση της άκρας Δεξιάς. Ένα κόμμα «συλλογικό διανοούμενο» το οποίο θα μπορέσει να αντιστρέψει τον κοινωνικό αυτοματισμό, θα ενώσει πολιτικά το μπλοκ των νέων «μη προνομιούχων» της εποχής της κρίσης και θα μπορεί να εντάξει στους κόλπους του τα κοινωνικά αιτήματα και να τα μετασχηματίσει σε κρατικές πολιτικές. Επίσης, θα είναι ικανό να δημιουργήσει μια νέα κομματική elite που να προέρχεται και να βασίζει την ισχύ της στον παράγοντα συλλογικότητα και όχι στα ιδιωτικά ΜΜΕ. Η δημοκρατική συλλογική λειτουργία του κόμματος και η δημοκρατική οργανωτική δομή του φαίνεται να αποτελούν τη μόνη εγγύηση για την τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων για μια νέα σχέση μεταξύ κράτους-κοινωνίας, καθώς η απλή εναλλαγή στην κυβέρνηση, δεν αλλάζει και τις κυρίαρχες κρατικές πολιτικές. Όπως εύστοχα αναφέρει ο Ν. Πουλαντζάς η αλλαγή και μόνο του κρατικού προσωπικού δεν συνεπάγεται και αλλαγή της ισορροπίας της ισχύος ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ακόμα και αν αντικατασταθεί το κρατικό προσωπικό από προσωπικό αφοσιωμένο στην υποστήριξη των θέσεων των κυριαρχούμενων τάξεων, η εξέλιξη αυτή δεν θα λύσει το ζήτημα του μετασχηματισμού του κράτους. Αντίθετα, υποστηρίζει πως, αν δεν υπάρξει ριζικός μετασχηματισμός του κράτους, το νέο κρατικό προσωπικό θα τείνει να αναπαράγει τις πρακτικές που απορρέουν από τη συγκεκριμένη δομή του (καπιταλιστικού) κράτους.[11]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ: Ο συγγραφέας ευχαριστεί τους Μιχάλη Σπουρδαλάκη, Ευθύμη Παπαβλασσόπουλο και Κώστα Ελευθερίου για τα εποικοδομητικά σχόλια και τις παρατηρήσεις τους.
[1] Μ. Σπουρδαλάκης, «Κρίση, πολιτικό σύστημα και ο ρόλος των διανοουμένων», στο Κρίση και Πολιτικό Σύστημα, Μορφωτικό Ίδρυμα ΕΣΥΕΑ, Αθήνα, 2013, σελ. 44-54.
[2] Ε. Παπαβλασσόπουλος, «Από την κρίση της πολιτικής στην κρίση του πολιτικού συστήματος», Εντός Εποχής, τ. 43, 2009, σελ. 4-5.
[3] Γ. Παγουλάτος, «Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων: επαναχαράσσοντας τα όρια δημόσιου – ιδιωτικού», στο K. Featherstone (επιμ.), Πολιτική στην Ελλάδα: Η πρόκληση του εκσυγχρονισμού, Οκτώ, Αθήνα, 2007, σελ. 211.
[4] Μ. Σπουρδαλάκης, «Κρίση, πολιτικό σύστημα…, ό.π.
[5] Σχετικά με το περιεχόμενο του κόμματος-καρτέλ ή κόμματος του κράτους βλ. R.S. Katz-P. Mair, “Changing Models of Party Organization and Party Democracy: The Emergence of the Cartel Party”, Party Politics, τ. 1, αρ. 1, Ιανουάριος 1995, σελ. 5-28· P. Mair, “Political Parties, Popular Legitimacy and Public Privilege”, West European Politics, τ. 18, αρ. 3, Ιούλιος 1995, σελ. 40-57· R. Kool, “Cadre, Catch-all or Cartel? A Comment on the Notion of the Cartel Party”, Party Politics, τ. 2, αρ. 4, Οκτώβριος 1996, σελ. 525-534· M. Blyth, Globalization and the Limits of Democratic Choice. Social Democracy and the Rise of Political Cartelization, http://www.fes.de/ipg. (ελλ. έκδ.: Μ. Μπλάιθ, «Η παγκοσμιοποίηση και τα όρια της δημοκρατικής επιλογής. Η σοσιαλδημοκρατία και η άνοδος της πολιτικής καρτελοποίησης», Μηνιαία Επιθεώρηση, αρ. 27, Μάρτιος 2007, σελ. 36-63· Μ. Σπουρδαλάκης, «Το κομματικό φαινόμενο: Εξέλιξη και συγκυρία», στο Δ. Τσάτσος – Ξ. Κοντιάδης (επιμ.), Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα, Παπαζήσης 2003, σελ. 56-63.
[6] Μ. Σπουρδαλάκης, «Κρίση, πολιτικό σύστημα…, ό.π.
[7] Σχετικά με το κόμμα μαζών βλ. M. Duverger, Political Parties, Νέα Υόρκη, Wiley, 1954 (πρωτοεκδόθηκε το 1951 ως Les Partis politiques, Παρίσι, Armand Colin)· A. Ware, Political Parties and Party Systems, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1996, σελ. 66, 96-97, 108· Μ. Σπουρδαλάκης, «Το κομματικό φαινόμενο…, ό.π., σελ. 49-50.
[8] Ξ.Ι. Κοντιάδης, Ελλειμματική Δημοκρατία: Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα, Σιδέρης, 2009, σελ. 136.
[9] Σχετικά με τον Τρίτο Δρόμο βλ. A. Giddens, The Global Third Way Debate, Polity Press, Κέιμπριτζ, 1998· A. Giddens, The Third Way and its Critics, Polity Press, Κέιμπριτζ, 2000· A. Giddens, «After the Left Paralysis: The Third Way can Provide a Framework for Political and Economic Thought that Cuts across the Old Divides of Social Democracy and Neoliberalism», New Statesman, No. 127, 1/5/1998.
[10]Χ. Τάσσης, «ΠΑΣΟΚ και Σοσιαλιστική Διεθνής: Από τον σοσιαλισμό στον νεοφιλελευθερισμό» Εποχή, 12/5/2013, http://www.epohi.gr/portal/politiki/14100-2013-05-12-15-16-27.
[11] Ν. Πουλαντζάς, N. Το κράτος, η εξουσία ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα, 2001, σελ. 225-6.



πίσω στα περιεχόμενα: