τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες:


Δικαιοσύνη και αποζημίωση!


Το ζήτημα των γερμανικών οφειλών: Το παρόν ως ιστορία[1]

 

«Λίγοι λαοί της Ευρώπης υπέφεραν από τη Γερμανική Κατοχή όσο οι Έλληνες. Όμως οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που, μετά το τέλος της ναζιστικής βαρβαρότητας, έτειναν χείρα φιλίας προς τους Γερμανούς». Τα λόγια αυτά δεν ανήκουν σε Έλληνα, αλλά σε Γερμανό, τον ανταποκριτή της εφημερίδας Frankfurter Rundschau στην Αθήνα Gerd Hoehler. Και συνεχίζει: «Δίστομο, Καλάβρυτα, Καισαριανή, όπως και να ονομάζονται οι διάφοροι τόποι, ο Γερμανός πολίτης όταν επισκέπτεται αυτά τα μνημεία της ναζιστικής θηριωδίας αισθάνεται ντροπή μπροστά στη συμφιλιωτική διάθεση των Ελλήνων. Αυτό θα πρέπει να αναλογίζεται όποιος προσπαθεί, χρησιμοποιώντας νομικά προσχήματα, να θεωρήσει το θέμα οριστικά λήξαν».[2]

Την αυγή της 14ης Σεπτεμβρίου, ανήμερα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στα χωριά της επαρχίας Βιάννου σκοτώνοντας αδιακρίτως οποιονδήποτε έβρισκαν μπροστά τους. Η διαταγή άλλωστε του Γερμανού διοικητή του Ηρακλείου, στρατηγού Μύλλερ ήταν πολύ σκληρή: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου του 1943, 401 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στις επαρχίες Βιάννου και Ιεράπετρας, στο δεύτερο μεγαλύτερο Ολοκαύτωμα της χώρας. Μόνο από τον Αμιρά, το χωριό μου, δολοφόνησαν 117 συγχωριανούς μας. Ανάμεσά τους και ο παππούς μου Αριστομένης, οι τρεις αδελφοί του, Παύλος, Ιωάννης και Ματθαίος και ο πατέρας τους Νικόλαος. Συνολικά πέντε άτομα από το ίδιο σπίτι! Δύο ακόμα αδέλφια του παππού μου στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα αλλά επέζησαν. Από την ευρύτερη οικογένεια μετράμε πολύ περισσότερους νεκρούς. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη των Ν. Καζαντζάκη, Ι. Κακριδή, Ι. Καλιτσουνάκη και Κ. Κουτουλάκη: «Η Επιτροπή δεν θα λησμονήση ποτέ το σπαρακτικόν θέαμα που αντίκρυσεν καθώς έφθανεν εις τον Αμιράν, διά να διαπιστώση τα ανωτέρω εκτεθέντα· επί του τόπου της εκτελέσεως εύρε συγκεντρωμένας περί τας 300 γυναίκας μελανηφορούσας μετά των τέκνων των, θρηνούσας, κοπτομένας και μυρολογούσας. Την επομένην το πρωίαν επί του τόπου της εκτελέσεως ετελέσθη επιμνημόσυνος δέησις, την σπαρακτικότητα της οποίας αμυδρώς μόνον δύνανται να αποδώσουν αι ληφθείσαι φωτογραφίαι».[3]

Ο απολογισμός της βαρβαρότητας των Ναζί είναι φρικιαστικός: συνολικά είχαμε 89 ολοκαυτώματα πόλεων και χωριών σε όλη την Ελλάδα. Περίπου 56.000 αθώοι πολίτες εκτελέστηκαν, 105.000 κατέληξαν όμηροι στα κρεματόρια της φρίκης κι ελάχιστοι εξ αυτών επέζησαν, 1.770 χωριά καταστράφηκαν, 400.000 σπίτια πυρπολήθηκαν.[4] Οι συνολικές απώλειες, λόγω των εκτελέσεων, της πείνας, των ασθενειών και της υπογεννητικότητας κατά τη διάρκεια της Κατοχής ανήλθαν σε 1.000.000 ανθρώπους, ή στο 13,5% του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μια αληθινή γενοκτονία ήταν το τίμημα που πλήρωσε η Ελλάδα επειδή δεν υποτάχθηκε στις απάνθρωπες ορδές του φασισμού.

Η Βιάννος και όλη η Ελλάδα βυθίστηκαν στο πένθος, ορφάνεψαν, ρήμαξαν. Πολύ σκληρή ήταν η μοίρα όσων επέζησαν από τον χιτλερικό όλεθρο. Έχουμε άραγε ποτέ σκεφτεί τι τράβηξαν οι χήρες και τα ορφανά; Πώς μπόρεσαν να σπάσουν το τείχος του κοινωνικού αποκλεισμού, της αδυναμίας ή και αδιαφορίας του ελληνικού κράτους αλλά και της προκλητικής περιφρόνησης της Γερμανίας προς το δράμα και τον αγώνα τους; Η άγια μορφή της βιαννίτισσας, της διστομίτισσας, της καλαβρυτινής, της ανωγειανής, της χαροκαμένης γυναίκας από το Κομμένο, την Κάντανο, την Κλεισούρα, τη Μουσιωτίτσα, το Χορτιάτη, τα Κερδύλλια, τα χωριά του Κέδρους Ρεθύμνου, της ηρωίδας γυναίκας, μάνας, χήρας, που σηκώνει το σταυρό του μαρτυρίου μόνη της και αγωνίζεται με γενναιότητα, κουράγιο και περισσή αξιοπρέπεια να μεγαλώσει τα παιδιά της, είναι ταυτισμένη με τη μοίρα του ελληνισμού. Ένα αιώνιο παράδειγμα αγωνιστικότητας και καρτερίας της Ελληνίδας, της Ελλάδας.[5]

 

Αντίσταση: Η φωτεινή πλευρά της ευρωπαϊκής ιστορίας

Σήμερα, που η Ευρώπη βρίσκεται σε σοβαρή οικονομική και πολιτική κρίση και απειλείται με «γερμανοποίησή» της, πρέπει να γίνει βαθιά κατανοητό, ότι ο ναζισμός δεν ήταν ένα «λάθος» της ευρωπαϊκής ιστορίας, αλλά μέρος της ιστορίας της Ευρώπης, μέρος της ιστορίας του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Παράλληλα, η σκληρή δημοσιονομική πολιτική λιτότητας, που επιβάλλεται κυρίως από το Βερολίνο, με το συνδυαστικό στοιχείο της τιμωρητικής λογικής, αποτελεί το κοινωνικό «καύσιμο» για την άνοδο νεοναζιστικών ή φασιστικών κακέκτυπων. Είναι, συνεπώς, επιτακτικό να δοθεί η πραγματική σημασία σ’ αυτό το εφιαλτικό παρελθόν του ναζισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η διεκδίκηση για την επανόρθωση των καταστροφών του ναζισμού, μέσω της αληθινής «συγγνώμης» του σημερινού γερμανικού κράτους, με την καταβολή των αντίστοιχων αποζημιώσεων, εκτός από το νομικό, ηθικό και δεοντολογικό μέρος, έχει και τον χαρακτήρα να «φωτιστεί το αντίπαλο δέος» της ευρωπαϊκής ιστορίας, που ήταν η Αντίσταση, με τα ιδανικά και τις αξίες της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αξίες στις οποίες στηρίχθηκε η ανοικοδόμηση της Ευρώπης από τις στάχτες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και νοηματοδότησαν το σύγχρονο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ένα κεκτημένο το οποίο, όμως, έχει σήμερα «θαμπώσει», λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδιέξοδης πολιτικής της ΕΕ, η οποία αποτελεί το κοινωνικό «καύσιμο» για την άνοδο νεοναζιστικών ή φασιστικών κακέκτυπων. Αυτή, την άλλη, τη «φωτεινή» πλευρά της ευρωπαϊκής ιστορίας, οφείλουμε σήμερα να υπερασπιστούμε και η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών αναμφισβήτητα αποτελεί έναν κυρίαρχο προωθητικό παράγοντα, για την επίτευξη αυτού του στόχου.[6]

Όμως, 68 χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και 23 χρόνια μετά την επανένωση της Γερμανίας τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμα δικαιωθεί. Μια από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας παραμένει ανοιχτή και ρίχνει βαριά τη σκιά της απαιτώντας ηθική δικαίωση και ειλικρινή μεταμέλεια του γερμανικού κράτους, για όλα όσα το Τρίτο Ράιχ προξένησε στο λαό μας.

 

Στην Κατοχή οι ρίζες του δράματος της Ελλάδας

Ενδεικτικό της απόλυτης καταστροφής είναι τα στοιχεία που κατέθεσε ο καθηγητής και υπουργός Οικονομικών Αθανάσιος Σμπαρούνης στη Διασυμμαχική Διάσκεψη των Παρισίων:[7] στη χώρα μας καταστράφηκε το 25% των κατοικιών, το 70% των λιμενικών εγκαταστάσεων, το 75% του εμπορικού μας στόλου, μεγάλο μέρος του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου και το σύνολο των σιδηροδρομικών γεφυρών και τούνελ, ενώ παράλληλα δημεύτηκε το 80% των μέσων μεταφοράς και το 51% των δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αποκαλυπτικό της αποστράγγισης της ελληνικής οικονομίας είναι το γεγονός ότι η μικρή και φτωχή Ελλάδα υποχρεώθηκε να επωμισθεί και το κόστος συντήρησης όχι μόνο του γερμανικού και ιταλικού στρατού κατοχής αλλά και τη συντήρηση του γερμανικού στρατού σε άλλες περιοχές, με κυριότερη τη στρατιά του Ρόμελ! Μοιραία το κόστος κατοχής για την Ελλάδα, για την περίοδο 1941-1942, αντιστοιχούσε στο 113,7% του ΑΕΠ της (!), μη συγκρινόμενο με καμιάς άλλης κατεχόμενης χώρας (της Ολλανδίας ανερχόταν στο 18% του ΑΕΠ της, του Βελγίου στο 24%, της Νορβηγίας στο 69%)[8]. Συνέπεια των παραπάνω ήταν η διακοπή της ομαλής λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, η πλήρης ανατροπή της σταθερότητας του νομίσματός της, η πείνα και ο θάνατος. Αποτέλεσμα: μία στις δύο οικογένειες θρήνησαν θύματα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής, ένας στους δέκα Έλληνες υπέστη αναπηρία, ενώ το 75% των παιδιών υπέφερε από ασθένειες, ακόμα και μετά τη λήξη του πολέμου.[9]

Κοντά στην τρομοκρατία των χιλιάδων εκτελέσεων και του βασανισμού των Ελλήνων, την πείνα, τις ασθένειες, την αρπαγή του πλούτου και του ιδρώτα του ελληνικού λαού, η Ελλάδα ήταν μία από τις ελάχιστες χώρες όπου επιχειρήθηκε ο αφελληνισμός και ο εθνικός διαμελισμός. Η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία, τα Ιόνια Νησιά, οι Κυκλάδες και η Σάμος στην Ιταλία, η Θεσπρωτία δόθηκε στο προτεκτοράτο των Ιταλών στην Αλβανία, ενώ στην καρδιά της Ελλάδας από τμήματα της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ρούμελης οι Γερμανοί ίδρυσαν το βασίλειο της Πίνδου.[10] Η πατρίδα μας κινδύνευσε να βγει από την Κατοχή όχι μόνο εξουθενωμένη και καθημαγμένη αλλά και εθνικά ακρωτηριασμένη.

Συνεπώς, αν κάποιος καλόπιστος στην Ευρώπη θέλει με αντικειμενικότητα να αναζητήσει τα αίτια της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα, οφείλει να αναγνωρίσει ότι το γεγονός πως δεν κατορθώσαμε να αναπτύξουμε πλήρως τις υποδομές και τις παραγωγικές μας δυνατότητες ώστε να έχουμε παραγωγική αυτάρκεια, επιστημονική αυτοδυναμία και ανθηρή οικονομία, έχει σαφώς τις ρίζες του στην Κατοχή και τις συνέπειές της: στην εξολόθρευση του ανθρώπινου δυναμικού, την καταστροφή των βασικών υποδομών, τη διαρπαγή του πλούτου του λαού μας από τις δυνάμεις του Άξονα και ιδίως τη Γερμανία.[11] Αυτό δεν σημαίνει ότι απαλλάσσονται της ευθύνης για τη σημερινή δραματική κατάσταση της χώρας μας οι ελληνικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Το αντίθετο! Ευθύνονται επιπλέον και για το γεγονός ότι δεν διεκδίκησαν με σθεναρό, επίμονο και συστηματικό τρόπο τις γερμανικές οφειλές.

 

Τι μας οφείλει η Γερμανία και γιατί

Το κατοχικό δάνειο, που οι κατοχικές δυνάμεις υποχρέωσαν τη χώρα μας να τις παράσχει, πέραν των εξόδων συντήρησης των κατοχικών στρατευμάτων.[12] Το δάνειο υπολογίζεται σε 160 εκατομμύρια δολάρια αγοραστικής αξίας 1938.[13] Ωστόσο, δεδομένου ότι καταβλήθηκε από τη Γερμανία προς την Ελλάδα αριθμός δόσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής,[14] από τη στιγμή της διακοπής καταβολής τους το δάνειο αυτομάτως καθίσταται υπερήμερο και συνεπώς επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας. Σύμφωνα με διαφορετικές προσεγγίσεις στο ποσό δανεισμού (καθώς οι Γερμανοί υπερέβησαν μονομερώς τα συμφωνηθέντα), το νόμισμα μετατροπής του, τον πληθωρισμό και το επιτόκιο, ο υπολογισμός των αξιώσεών μας για το κατοχικό δάνειο ποικίλλει από 13 δις ευρώ (εκτίμηση Ν. Χριστοδουλάκη 2013) σε 47,5 δις ευρώ (εκτίμηση Τ. Ηλιαδάκη, 2013) έως και 510 δις ευρώ! (εκτίμηση Δ. Κούκουνα, 2013).

Τις επανορθώσεις για την καταστροφή των δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών: σύμφωνα με τις αποφάσεις της Διασυμμαχικής Διάσκεψης των Παρισίων η Ελλάδα δικαιούται 7,183 δις δολάρια αγοραστικής αξίας 1938, τα οποία ανέρχονται τώρα σε 108,43 δις ευρώ χωρίς τους τόκους.[15] Μας οφείλουν επίσης τις αποζημιώσεις για την απώλεια Ελλήνων πολιτών κατά την περίοδο της ουδετερότητας της Ελλάδας (έως τις 28/10/1940), που ανέρχονται σε 153 εκ. δολάρια (έτος 1946) καθώς και το υπόλοιπο των οφειλών από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (263 εκ. δολάρια, έτος 1972).[16]

Την κλοπή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς: υπό το μανδύα του «ενδιαφέροντος διά την ελληνικήν αρχαιότητα» οι Γερμανοί λεηλάτησαν πολλαπλώς τους αρχαιολογικούς μας θησαυρούς, κλέβοντας ό,τι μπορούσαν από τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους, ακόμα και διενεργώντας παράνομες ανασκαφές! Μόνο τα επισήμως καταγραφέντα κλαπέντα κινητά σκεύη ανέρχονται σε περίπου 8.500! Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά τους σε σχέση με τα στοιχεία της σύγχρονης καλλιτεχνικής μας δημιουργίας.[17]

Τελευταίο, αλλά το πιο σημαντικό ηθικά και ιστορικά, είναι το ζήτημα των αποζημιώσεων για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, βάσει της απόφασης 11/2000 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, τα 218 θύματα του Διστόμου δικαιούνται αποζημίωσης ύψους 76 εκατομμυρίων ευρώ (περιλαμβάνονται οι τόκοι από το 2000 έως το 2010).

Με διάφορους χειρισμούς η Γερμανία έχει κατορθώσει να αναβάλει την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων της μέχρι τη σύναψη οριστικής συνθήκης ειρήνης. Ωστόσο, η Συνθήκη της Μόσχας του 1990 (συνθήκη των «2+4»), αν και υπέχει θέση εναλλακτικής συνθήκης ειρήνης,[18] εντούτοις σκοπίμως δεν έχει αναγνωριστεί από τη Γερμανία ως τέτοια, ώστε να αποφύγει την καταβολή των αποζημιώσεων. Από τότε πέρασαν 23 χρόνια και η μεν Γερμανία δεν εννοεί να εξοφλήσει το χρέος της, οι δε ελληνικές κυβερνήσεις έχουν περιοριστεί απλώς στο να θέσουν το ζήτημα αλλά δεν τολμούν να αξιώσουν την εξόφλησή τους.

 

Η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων: η Ελλάδα που μας πληγώνει!

Οι ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων στο ζήτημα της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης και της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών ξεκινούν από τη μεταπολεμική περίοδο, οπότε πολλοί εκ των συνεργατών των Γερμανών αντί να δικαστούν, αναγορεύθηκαν σε πατριώτες και εθνικόφρονες, ενώ οι αγωνιστές της Αντίστασης αντί να τιμηθούν, θεωρήθηκαν έως και εχθροί του έθνους και κυνηγήθηκαν λυσσωδώς. Είναι χαρακτηριστική η αμφισβήτηση του ηρωικού κατορθώματος του αείμνηστου Απόστολου Σάντα και του Μανώλη Γλέζου από τους πατριδοκάπηλους, που έλαμπαν πάντα δια της απουσίας τους από τους εθνικούς και δημοκρατικούς αγώνες (όποτε δεν ήταν με το μέρος του εχθρού). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, άργησε 38 ολόκληρα χρόνια κι έγινε πράξη μόλις το 1982 με το νόμο 1285.

Την περίοδο μετά την απελευθέρωση έως και σήμερα, κυριάρχησε η ανευθυνότητα, η ασυγχώρητη ολιγωρία (ή ακόμα και ο ενδοτισμός) με λίγες εξαιρέσεις. Πλέον σημαντική εκ των εξαιρέσεων αυτών ήταν η ρηματική διακοίνωση προς τη γερμανική κυβέρνηση, που επέδωσε στις 14/11/1995 ο πρέσβης μας στη Βόννη Ι. Μπουρλογιάννης-Τσαγγαρίδης στον υφυπουργό Εξωτερικών Χάρτμαν (λόγω απουσίας στο εξωτερικό του υπουργού Κίνκελ), κατ’ εντολήν του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου προς την πολιτική ηγεσία του Υπ. Εξωτερικών (υπουργό Κάρολο Παπούλια και αναπληρωτή υπουργό Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη). Το γεγονός της άμεσης και κατηγορηματικής απόρριψης από τη γερμανική κυβέρνηση της ρηματικής διακοίνωσης της Ελλάδας, μέσω δελτίου τύπου, αποτελεί εξαιρετικά ασυνήθιστη πρακτική στα διπλωματικά χρονικά και ένδειξη, ίσως, της νευρικότητας και της αμηχανίας της Γερμανίας.[19] Άξια αναφοράς και αποδεικτική της συνέπειας της στάσης του, είναι και προγενέστερη δήλωση του Α. Παπανδρέου στις 29/5/1991: «για το θέμα των αποζημιώσεων, νομίζω ότι είναι σαφές δικαίωμα κάθε λαού, ο οποίος υπέστη τη ναζιστική κατοχή. Η καταβολή του δανείου είναι συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας και σε μια τέτοια δύσκολη ώρα για τη χώρα μας, οικονομικά, η Γερμανία μπορούσε να βοηθήσει αποφασιστικά, κάνοντας το μόνο σωστό, ξεπληρώνοντας σε πρώτη φάση το δάνειο. Και πραγματικά, καλούμε την κυβέρνηση… να ξεκαθαρίσει τη θέση της απολύτως και να προχωρήσει δυναμικά, αποτελεσματικά στη διαδικασία των αποζημιώσεων και του δανείου».[20] Οφείλουμε επίσης να αναγνωρίσουμε ότι συνεπέστατη και σταθερά διεκδικητική στάση επέδειξε κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που είναι ανοιχτό το ζήτημα το Κ.Κ.Ε.

Από την άλλη, κορυφαίο παράδειγμα αρνητικής στάσης της ελληνικής κυβέρνησης είναι η υπόθεση του Μαξ Μέρτεν, του σφαγέα 54.000 και πλέον Εβραίων της Θεσσαλονίκης.[21] Παρά την καταδικαστική απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, η αποφυλάκιση και έκδοση στη Γερμανία του Μέρτεν έγινε δυνατή με τη θέσπιση του νόμου 3933/1959, που προέβλεπε την έκδοση στη Γερμανία όσων εγκληματιών πολέμου κρατούνταν στην Ελλάδα. Ως αντάλλαγμα συμφώνησαν να καταβάλουν στη χώρα μας 115 εκατομμύρια μάρκα ως αποζημίωση «υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεων δια λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Ελλήνων υπηκόων», δηλαδή υπέρ κυρίως των Εβραίων – θυμάτων του Γ΄ Ράιχ. Πρόκειται για μία επαίσχυντη συμφωνία, που αποτελεί στίγμα για την τότε ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή (ωστόσο, ουδέποτε ο Καραμανλής ή άλλος Έλληνας πρωθυπουργός ή μέλος της κυβέρνησης υπέγραψε οποιαδήποτε μορφή παραίτησης από τις νόμιμες αξιώσεις μας). Ευτυχώς όμως, ο ευπατρίδης πρεσβευτής της χώρας μας στη Βόννη Θωμάς Υψηλάντης, σημείωσε σε απαντητική επιστολή του προς τον υφυπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας τα εξής: «Επιφυλάσσεται (η Ελλάδα) εντούτοις όπως προβάλη νέας απαιτήσεις, αίτινες προέρχονται εξ εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής…».[22] Συνεπώς, ο πρέσβης Υψηλάντης έσωσε την τιμή της χώρας μας και κράτησε ανοικτό το θέμα. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται πλήρως από την απαντητική ρηματική διακοίνωση της Γερμανίας στις 31/3/1967, σύμφωνα με την οποία η Γερμανία δηλώνει ότι ουδέποτε συμπέρανε ότι η Ελλάδα είχε την πρόθεση να παραιτηθεί των αξιώσεών της.[23]

Μετά το 1990, ξεχωρίζει αρνητικά η μη χορήγηση άδειας για την κατάσχεση της περιουσίας του γερμανικού Δημοσίου στην Ελλάδα ώστε να εκτελεστεί η απόφαση του Αρείου Πάγου (όπως προβλέπεται από το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) για τα θύματα του Διστόμου από τον Μιχάλη Σταθόπουλο, τότε υπουργό Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σημίτη, αλλά και τον διάδοχό του Φίλιππο Πετσάλνικο και όσους υπουργούς και κυβερνήσεις ακολούθησαν έως σήμερα. Ατυχώς, την ίδια κυβερνητική περίοδο εκδόθηκε και η απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (2002), η οποία λειτούργησε ανασταλτικά στην διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων.[24]

Ωστόσο, πρέπει να γίνει σαφές ότι η Ελλάδα ουδέποτε έχει παραιτηθεί των αξιώσεών της, τις οποίες, μάλιστα, έχει θέσει ενώπιον της Γερμανίας ή διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων περισσότερες από 15 φορές, ενώ το ζήτημα συμπεριλήφθηκε στην ημερήσια διάταξη διμερών κυβερνητικών συζητήσεων![25] Βεβαίως η διεκδίκηση δεν έγινε όσο σθεναρά και μεθοδικά θα έπρεπε και συνεπώς δεν έφερε αποτελέσματα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα…

 

Η συμπεριφορά της γερμανικής κυβέρνησης: Από την τρομοκρατία του Γ΄ Ράιχ στον εκβιασμό και τον αποπροσανατολισμό μεταπολεμικά

Η επιβεβλημένη κριτική μας σ’ αυτές τις πτυχές της Ελλάδας που μας πληγώνουν δεν πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε, ωστόσο, και τη διαχρονική συμπεριφορά της γερμανικής κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαμε αρχικά την τρομοκρατία της πείνας από το Γ΄ Ράιχ, που κόστισε το θάνατο 300.000 και πλέον πολιτών[26] ενώ επέφερε και την πλήρη αποδιοργάνωση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας μας. Ο ίδιος ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του στις 30/1/1942: «Έλαβα μία αξιοθρήνητη αναφορά για την κατάσταση στην Ελλάδα. Εκεί η πείνα έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση».[27] Κι όμως, την εποχή της κορύφωσης του λιμού, τον Μάρτη του 1942, οπότε και, με βάση τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, στην Αθήνα πέθαιναν πάνω από 400 άτομα την ημέρα,[28] διάλεξαν η Γερμανία και η Ιταλία να αρπάξουν το κατοχικό δάνειο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το σύνθημα που ακούστηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης διαμαρτυρίας έξω από τη γερμανική πρεσβεία, το καλοκαίρι του 2010: «το Βερολίνο οφείλει στην Αθήνα, το δάνειο της Κατοχής το δώσαμε με πείνα».

Στη συνέχεια το Γ΄ Ράιχ πέρασε από την τρομοκρατία της πείνας στην τρομοκρατία των Ολοκαυτωμάτων, με το δόγμα της συλλογικής ευθύνης και τη λογική των μαζικών αντιποίνων να κυριαρχούν εις βάρος του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιχείρηση προπαγάνδας και αποπροσανατολισμού κατά την εκτέλεση των σφαγών: από ανακοινώσεις που προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ρίχνοντας το βάρος στους αντάρτες ή αλλού, έως την ανενδοίαστη προσπάθεια να τα εμφανίσουν ως «αναπότρεπτα γεγονότα στο πλαίσιο πολεμικών επιχειρήσεων» χρησιμοποιώντας προκατασκευασμένες και χαλκευμένες αναφορές, όπως έχει τεκμηριώσει στα κείμενα και τις ομιλίες του ο Αργύρης Σφουντούρης, ο ηρωικός επιζήσας του Διστόμου και μαχητικός διεκδικητής των γερμανικών αποζημιώσεων. Προετοίμαζαν δηλαδή το άλλοθί τους ενόψει των δικαστηρίων και της Ιστορίας. Κι αν αυτό δεν είναι μακιαβελικό, αν δεν είναι απόδειξη της ενοχής τους και του προμελετημένου χαρακτήρα των εγκλημάτων τους, τότε τι είναι;

Όμως είναι εξοργιστική και η συμπεριφορά της μεταπολεμικής «δημοκρατικής» Γερμανίας, η οποία ασκούσε συστηματικά πιέσεις ή και εκβιασμό στις αδύναμες ελληνικές κυβερνήσεις στην προσπάθειά της να γλιτώσει τους σφαγείς από την προσαγωγή τους ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης. Για να αποφύγει την καταβολή των οφειλών της, η Γερμανία αρχικά επικαλέστηκε τη διαίρεσή της σε ΟΔΓ και ΛΔΓ και παρέπεμψε την επίλυση του θέματος στο μέλλον, όταν καταστεί δυνατή η επανένωσή της (το ενδεχόμενο αυτό φάνταζε τότε πολύ μακρινό ή και ουτοπικό). Από το 1990 και μετά, σε νομικό επίπεδο έχει οχυρωθεί πίσω από την απόλυτη εφαρμογή της αρχής της ετεροδικίας και της αδυναμίας δικαστικής διεκδίκησης αποζημιώσεων από ιδιώτες, ενώ σε πολιτικό επίπεδο ισχυρίζεται είτε ότι το ζήτημα έχει παραγραφεί, καθώς έχουν περάσει ήδη 70 χρόνια από τη διάπραξη των εγκλημάτων, είτε ότι έχει κλείσει, με την καταβολή αποζημιώσεων το 1961, την ενίσχυση της Ελλάδας από κοινοτικούς πόρους και λοιπά ανάξια σχολιασμού «επιχειρήματα». Η προκλητική αυτή συμπεριφορά έρχεται σε αντιδιαστολή με την υπεύθυνη στάση κομμάτων (σήμερα το «Die Linke» θέτει ευθέως το θέμα στη Βουλή, παλιότερα οι Πράσινοι και η νεολαία του SPD είχαν δείξει ευαισθησία), τη στήριξη στον αγώνα μας διαπρεπών καθηγητών (Zeckendorf, Pech, Gustavus – Schminck κ.ά.) αλλά κυρίως είναι σε πλήρη αντίθεση με την ανιδιοτελή, διεθνιστική κι εξόχως δημοκρατική στάση της ομάδας «ΑΚ Δίστομο» από το Αμβούργο, που πρωτοστατεί πάνω από μία δεκαετία στην διεκδίκηση των αποζημιώσεων.

 

Γιατί διεκδικούμε τις αποζημιώσεις

Πώς μπορεί να είναι ανεκτό από την Ελλάδα ότι ενώ οι άλλες δύο χώρες της τριπλής Κατοχής κατά την περίοδο 1941-1945 (Ιταλία και Βουλγαρία) εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντί μας, η Γερμανία η οποία ήταν η πρωταίτια του κατοχικού εφιάλτη, αρνείται να αποδώσει τις διεθνώς αναγνωρισμένες οφειλές προς τη χώρα μας; Δεν αποτελεί προσβολή προς τη χώρα και το λαό μας η επιλεκτική εις βάρος μας στάση της Γερμανίας, η οποία ενώ έχει καταβάλει αποζημιώσεις προς τα θύματα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων και πολλών άλλων λαών, εντούτοις αρνείται να πράξει το ίδιο προς την Ελλάδα;

Πώς άραγε θα αποδοθεί δικαιοσύνη όταν κανείς δεν δικάστηκε για το Ολοκαύτωμα της Βιάννου και τα άλλα Ολοκαυτώματα της χώρας μας, όταν κανένας δεν πλήρωσε για τη διάπραξη εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας; Κι ακόμα, πώς θα αποδοθεί δικαιοσύνη όταν οι οικογένειες των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας στερούνται το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμά τους να έχουν πρόσβαση σε δίκη και δικαστή; Εφόσον η απόλυτη, χωρίς εξαιρέσεις ούτε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εφαρμογή της αρχής της ετεροδικίας καθιστά τα ελληνικά δικαστήρια αναρμόδια για την εκδίκαση των υποθέσεων διεκδίκησης αποζημιώσεων, και με δεδομένη την άρνηση των γερμανικών δικαστηρίων να επιληφθούν, στα δικαστήρια ποιας χώρας πρέπει να απευθυνθούν τα θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας για να δικαιωθούν;

Πώς άραγε θα υπάρξει δικαίωση των θυμάτων όταν από πλευράς γερμανικού κράτους δεν έχει ειπωθεί ούτε καν μία ξεκάθαρη, θαρραλέα συγγνώμη, χωρίς υπεκφυγές και λεκτικά παιχνίδια, μία συγγνώμη που θα γλύκαινε λίγο τον πόνο των θυμάτων; Έχουν άραγε άδικο όσοι ισχυρίζονται ότι όταν η εξολόθρευση του άοπλου πληθυσμού χαρακτηρίζεται στις επίσημες εκθέσεις ως «αναπότρεπτα γεγονότα στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων» συνεχίζεται ο διασυρμός της μνήμης των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας;

Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που διεκδικούμε τις αποζημιώσεις και λοιπές γερμανικές οφειλές: για να δοθεί ένα μήνυμα στους σύγχρονους εκφραστές του ναζισμού, ότι «κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του κι όσα χρόνια κι αν χρειαστεί να περάσουν, θα έρθει η ώρα που θα αποδώσει λογαριασμό και θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του».

 

Αγωνιζόμαστε για δικαιοσύνη!

Πριν δέκα χρόνια, τέτοια περίπου εποχή, επισκέφθηκα το Μίτενβαλντ της Βαυαρίας, συμμετέχοντας σε ένα συνέδριο διαμαρτυρίας που οργάνωσαν Γερμανοί αντιναζιστές ενάντια στην ετήσια παρουσία βετεράνων, μελών και φίλων της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών της Βέρμαχτ, που ευθύνεται για μερικά από τα μεγαλύτερα Ολοκαυτώματα και στην Ελλάδα. Ένα συνέδριο δηλαδή εναντίον των εκδηλώσεων του αίσχους, όπου οι επιζώντες σφαγείς και οι φίλοι τους τιμούσαν τη μνήμη των νεκρών τους – υπευθύνων για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας![29] Τόνισα λοιπόν στις 7/6/2003, μπροστά σε γερμανικό ακροατήριο, τα εξής:

«Κάποιοι υποκριτικά, ανέντιμα και υστερόβουλα μας ρωτούν: μπορείτε να αποτιμήσετε σε χρήματα την αξία της ανθρώπινης ζωής; Ή επίσης ρωτούν: Μήπως θέλετε άραγε να καταστρέψετε τη γερμανική οικονομία και συνεπώς τη Γερμανία; Μήπως τελικά απλώς θέλετε να γίνετε πλούσιοι εις βάρος μας και προσχηματικά επικαλείστε τα θύματα; Κάποιοι άλλοι, εξίσου κακοπροαίρετα, δήθεν απορούν: Γιατί τώρα; Γιατί δεν προσπαθούσατε νωρίτερα;

Και εμείς απαντούμε: Φυσικά και δεν μπορεί οποιαδήποτε αποζημίωση να αναπληρώσει τις ανθρώπινες απώλειες, αλλά αυτό δεν ακυρώνει τις δίκαιες αξιώσεις των οικογενειών των θυμάτων που επιζητούν έμπρακτη μεταμέλεια του γερμανικού κράτους και δικαίωση. Δείξαμε τεράστια υπομονή και δώσαμε το χρονικό περιθώριο και την ευκαιρία στο γερμανικό λαό να αναστηλώσει τη χώρα του.[30] Τώρα, μετά από την επανένωση των δύο Γερμανιών και τη συγκρότηση ενός ενιαίου γερμανικού κράτους εξέλιπε και το τελευταίο επιχείρημα και έχουμε νόμιμες αξιώσεις από το φυσικό διάδοχο του Γ΄ Ράιχ, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και βέβαια δεν προσδοκούμε να πλουτίσουμε από τις γερμανικές αποζημιώσεις. Απλώς θα είναι μια ελάχιστη εύλογη και δίκαιη ικανοποίηση κυρίως για τις οικογένειες των θυμάτων, για τον πόνο και την καταστροφή που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα».

Τα λόγια αυτά απέσπασαν το θερμό χειροκρότημα των Γερμανών αντιναζιστών και δημοκρατών – στοιχείο σημαντικό για τα αισθήματα του γερμανικού λαού. Πολλοί Γερμανοί δημοκράτες, ακριβώς επειδή αγαπούν την πατρίδα τους, την θέλουν οριστικά απαλλαγμένη από το ναζισμό, με εκκαθαρισμένες τις υποχρεώσεις της, λυτρωμένη από το παρελθόν της. Εμείς έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε κάτι λιγότερο απ’ αυτό;

 

Διεκδίκηση! Όχι εκδίκηση

Επισημαίνω, για μία ακόμη φορά, ότι δεν διεκδικούμε τις αποζημιώσεις, τις επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο και την επιστροφή των αρχαιολογικών θησαυρών επειδή διακατεχόμαστε από εχθρικά αισθήματα προς τη Γερμανία. Κάθε άλλο! Είμαστε σταθερά προσηλωμένοι στην ειρήνη, τη φιλία και τη συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας. Φιλία και συνεργασία όμως σε μια βάση ειλικρίνειας, ισότητας και αμοιβαιότητας, η οποία επιβάλλει στον ελληνικό και γερμανικό λαό να αγωνιστούμε από κοινού για την ανάδειξη της ιστορικής μνήμης, την απόδοση των γερμανικών οφειλών και την οριστική συντριβή του ναζισμού, εγκαινιάζοντας μία νέα περίοδο δημιουργίας, προόδου και αλληλεγγύης μεταξύ των δύο λαών και προσπάθειας για την πραγματική ενοποίηση της Ευρώπης.

Όμως να γίνει σε όλους σαφές: η Γερμανία με την οποία επιθυμούμε ειλικρινή φιλία και συνεργασία δεν μπορεί να είναι η Γερμανία των σφαγέων και των εκμεταλλευτών. Δεν είναι η Γερμανία της SIEMENS και της κρατικά οργανωμένης διαφθοράς. Δεν είναι η Γερμανία της κάλπικης «ελληνογερμανικής φιλίας».[31] Δεν είναι η Γερμανία, που ενώ πληρώνει δις ετησίως για συντάξεις των ναζί, δεν δέχεται να πληρώσει ούτε ένα ευρώ για να αποζημιώσει τα θύματά τους. Είναι η Γερμανία της επιστήμης και του πολιτισμού, του Μπετόβεν, του Γκαίτε, του Μπρεχτ. Του μεγάλου ανθρωπιστή, κορυφαίου γιατρού και κοινωνικού αγωνιστή Ρούντολφ Βίρχοφ. Της Σόφι και του Χανς Σολ, των δύο αδελφών και των συναγωνιστών τους στη φοιτητική ομάδα «Λευκό Ρόδο», που αντιστάθηκαν στον Χίτλερ θυσιάζοντας τη νιότη και τη ζωή τους για την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Γερμανία του Γκίντερ Βόλγκραφ, του Γερμανού δημοκράτη που αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη Χούντα των συνταγματαρχών και βασανίσθηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Της υπέροχης νεολαίας, που, σύμφωνα με τον Χάμπερμας, εξεγέρθηκε το Μάη του 1968 σε μια δημόσια κίνηση «εκκαθάρισης λογαριασμών απέναντι στη συλλογική φυγή των Γερμανών μπροστά στις ιστορικές ευθύνες τους για τον εθνικοσοσιαλισμό και τη φρίκη του».[32] Είναι, φτάνοντας στο σήμερα, η «Ομάδα Δίστομο» του Martin Kringnel, της Gabbie Heineke και των άλλων συναγωνιστών από το Αμβούργο, που αγωνίζονται για την απόδοση δικαιοσύνης και την άμεση καταβολή των αποζημιώσεων στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Οι Γερμανοί αντιφασίστες, όπως και τότε, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και τώρα, σώζουν την τιμή της Γερμανίας.

 

Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών «από τα κάτω»: Επιτεύγματα και αδυναμίες

Το κίνημα της διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα έχει την τύχη, στην εικοσαετή, σχεδόν, διαδρομή του, να έχει επικεφαλής τον Μανώλη Γλέζο. Ο Μανώλης Γλέζος, πατριώτης και διεθνιστής, δεν είναι τυχαίο ότι από την πρώτη στιγμή αγκάλιασε και πρωτοστάτησε στην εθνική μας υπόθεση διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών, στηρίζοντας την τιτάνια δικαστική προσπάθεια του αείμνηστου Γιάννη Σταμούλη, του ανθρώπου που πίστεψε και πρόσφερε όσο κανείς στην υπόθεση. Σταθμός της διεκδίκησης η ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα στις 22/11/1996 στην Αθήνα, το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στο να κρατηθεί ζωντανή η φλόγα της διεκδίκησης κατά τα «πέτρινα χρόνια» της αδιαφορίας από το πολιτικό σύστημα και της αποσιώπησης από τα ΜΜΕ. Ο αγώνας δεν κάμφθηκε ούτε από την περιφρόνηση της πολιτικής ελίτ ούτε από τις αδυναμίες, τις έριδες, τις αντιπαραθέσεις ή και τις προσωπικές στρατηγικές κάποιων. Επικράτησε η δίψα για δικαιοσύνη. Μαζί με τους Γλέζο και Σταμούλη, ο επί πολλά χρόνια φυλακισμένος και εκτοπισμένος Ευάγγελος Μαχαίρας, τέως πρόεδρος του ΔΣΑ, ο καθηγητής και τέως υπουργός Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης, oι σπουδαίοι αγωνιστές Πέτρος Ανταίος, Χαράλαμπος Ρούπας, Στέλιος Ζαμάνος, Βασίλης Πριόβολος (ο θρυλικός «καπετάν Ερμής» του ΕΛΑΣ), μαζί με τη «νεότερη γενιά»,[33] ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους δημάρχους τις Ενώσεις Θυμάτων των Ολοκαυτωμάτων και το «Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών περιόδου 1940-1945»,[34] διαπρεπείς νομικούς[35] και τους συναγωνιστές μας από τη Γερμανία. Από το 1995 και, ιδίως, από το 2000, ο αγώνας αυτός κλιμακώνεται με συνέδρια, ομιλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, παρεμβάσεις στα κόμματα και την κυβέρνηση σε Ελλάδα και Γερμανία, δημοσιεύματα στον Τύπο, φιλοξενία αποστολών αντιφασιστών, παρουσία στις εκδηλώσεις μνήμης.

Σήμερα, το Εθνικό Συμβούλιο από κοινού με τις Ενώσεις Θυμάτων και το Δίκτυο Μαρτυρικών Δήμων και ενεργούς πολίτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό και με καλύτερες προϋποθέσεις, συνεχίζει τον αγώνα με μεγαλύτερη ένταση, προσπαθώντας να διαφυλάξει το κίνημα από διχαστικές πρακτικές, λοξοδρομήσεις ή τις, όψιμες, προσπάθειες καπηλείας του αγώνα μας.

 

Αναζωπυρώνονται οι ελπίδες για δικαίωση

Το 2011 υπήρξε το σημαντικό γεγονός της παρέμβασης της Ελληνικής Δημοκρατίας στην δίκη μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μία δίκη που αφορούσε άμεσα στα θύματα του Διστόμου και την προσπάθειά τους να αποζημιωθούν μέσω κατάσχεσης της περιουσίας του γερμανικού Δημοσίου στην Ιταλία.[36] Αν και η Χάγη, σε αντίθεση με άλλα Ανώτατα Δικαστήρια (π.χ. Άρειος Πάγος, Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο Ρώμης κ.ο.κ.) υιοθέτησε την άποψη ότι η αρχή της ετεροδικίας (ιδιότυπης κρατικής ασυλίας) δεν κάμπτεται ούτε όταν πρόκειται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο αναγνώρισε ότι το ζήτημα των αποζημιώσεων υφίσταται, δεν παραγράφεται κι αποτελεί διακρατική διαφορά, για την επίλυση της οποίας τα κράτη οφείλουν να συνεργαστούν.

Ένα χρόνο μετά, κατά τη συνάντηση Τσίπρα-Σόιμπλε στο Βερολίνο (14/1/2013), ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έθεσε στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών το ζήτημα του κατοχικού δανείου. Στις 9/2/2013 ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Αντώνης Ρουπακιώτης, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ Ι. Σταθά, χαρακτήρισε «ιστορικό χρέος» της Γερμανίας να καταβάλει τις αποζημιώσεις των θυμάτων του Διστόμου. Πολύ πρόσφατα, η εκπόνηση και υποβολή στην κυβέρνηση του, χαρακτηρισθέντος ως «απόρρητου», πορίσματος της ειδικής επιτροπής του Υπουργείου Οικονομικών για το ζήτημα των γερμανικών οφειλών είχε ως αποτέλεσμα την αναζωπύρωση του ζητήματος. Κατά την συζήτηση στη Βουλή (24/4/2013) ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Αβραμόπουλος τόνισε με έμφαση: «Το ζήτημα παραμένει ανοικτό αλλά αυτή τη φορά θα κλείσει, με τη δικαιοσύνη να θριαμβεύει», δήλωση που συνιστά ρητή δέσμευση για την ελληνική κυβέρνηση. Έχει επίσης σημασία ότι το σύνολο των πολιτικών αρχηγών επέδειξε θετική στάση στο ζήτημα, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος στάθηκε στο γεγονός ότι ουδέποτε η χώρα μας έχει παραιτηθεί των αξιώσεών της αλλά αντίθετα έχει θέσει πολλές φορές το ζήτημα, έστω κι αν αυτό δεν έγινε «όσο επίμονα και συστηματικά» έπρεπε και συμφώνησε με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ για τη σύσταση μόνιμης διακομματικής επιτροπής της Βουλής,[37] χωρίς τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής.

Ωστόσο, η στάση αυτή της κυβέρνησης συναντά, όπως είναι φυσικό, μετά την αδράνεια τόσων ετών, την δυσπιστία του λαού. Συνεπώς δεν πρέπει να εφησυχάζουμε, αντίθετα επαγρυπνούμε για να προφυλάξουμε το εθνικό αυτό ζήτημα από υπαναχωρήσεις, μυστικές συμφωνίες ή ανεπίτρεπτους συμψηφισμούς.[38]

 

Αναγκαία η εθνική στρατηγική διεκδίκησης

Απαιτείται η εκπόνηση εθνικής στρατηγικής για τη νικηφόρα διεκδίκηση με αυστηρές κόκκινες γραμμές και η «δημιουργία πανεθνικού παλλαϊκού μετώπου για να δοθεί με ενότητα και αποφασιστικότητα, όπως αρμόζει στην Ιστορία μας, ο δύσκολος αυτός αγώνας και να φτάσουμε στη δικαίωση».[39] Οι άξονες της εθνικής στρατηγικής είναι οι εξής:

Άσκηση πίεσης στην ελληνική κυβέρνηση να απαιτήσει την επανέναρξη διμερών διαπραγματεύσεων με τη Γερμανία. «Καλούμε την Ελληνική Κυβέρνηση να τιμήσει τη δέσμευσή της ενώπιον του ελληνικού λαού και να προχωρήσει άμεσα, χωρίς άλλη κωλυσιεργία, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Την καλούμε, χωρίς καθυστέρηση, να απευθύνει πρόσκληση στη Γερμανία για την έναρξη διαπραγματεύσεων για το σύνολο των οφειλών της προς την Ελλάδα. Καλούμε τέλος τη Βουλή των Ελλήνων να προχωρήσει άμεσα στη σύσταση μόνιμης κοινοβουλευτικής επιτροπής για το ζήτημα».[40]

Καμπάνια ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης της διεθνούς αλλά και της ελληνικής κοινής γνώμης. Πίεση για τη διερεύνηση των εγκλημάτων και προσαγωγή σε δίκη των υπευθύνων. Ενημέρωση του γερμανικού και άλλων κοινοβουλίων. Ενισχυτική της άποψης αυτής είναι η πληροφορία, η οποία δημοσιεύθηκε στο κλείσιμο κυριολεκτικά αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την οποία, κατόπιν διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση της Γερμανίας και την οργάνωση Διάσκεψη Εβραϊκών Διεκδικήσεων (Jewish Claims Conference, JCC), το γερμανικό Δημόσιο πρόκειται να συνεισφέρει συνολικά 772 εκατ. ευρώ από το 2014 ως το 2017 για να παρασχεθούν φροντίδες σε (Εβραίους) επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Το Υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας ανακοίνωσε επίσης ότι θα καταβάλλει εφ’ όρου ζωής μηνιαία σύνταξη ύψους 300 ευρώ σε όλους τους επιζήσαντες – θύματα του Ολοκαυτώματος (υπολογίζονται πάνω από 56.000 – τι σύμπτωση: όσοι και οι εκτελεσθέντες στην Ελλάδα!), ώστε να ζήσουν με αξιοπρέπεια.[41] Αλήθεια, οι Έλληνες – θύματα της Κατοχής δεν δικαιούνται δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια;

Άσκηση πίεσης για χρηματοδότηση των αποζημιώσεων και επανορθώσεων από τις γερμανικές επιχειρήσεις, που επωφελήθηκαν τα μέγιστα της χιτλερικής περιόδου, και το γερμανικό Δημόσιο ώστε να μην επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο γερμανικός λαός.[42]

Να δοθεί βάρος στη μελέτη της Κατοχής, της Αντίστασης και του ζητήματος των γερμανικών οφειλών, σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Βελτίωση των σχολικών συγγραμμάτων Ιστορίας, εκπόνηση εργασιών για το ζήτημα, υποτροφίες για έρευνα σε μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο, οργάνωση σεμιναρίων και συνεδρίων.

Για όσους καλούν για υποταγή στη λήθη επικαλούμενοι το δίκαιο των ισχυρών, εμείς επιμένουμε στη μνήμη διότι πιστεύουμε στην ισχύ του δικαίου. Πρέπει να γίνει σε όλους κατανοητό ότι το ζήτημα της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών, παρά το γεγονός της ισχυρής νομικής τεκμηρίωσης, είναι πρωτίστως ηθικό και πολιτικό ζήτημα και ανάλογη πρέπει να είναι η στάση της Ελλάδας. Ωστόσο, έχουμε και νομικά όπλα στη διάθεσή μας. Υπενθυμίζουμε ότι η ιστορική απόφαση 11/2000 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία δικαιώνει τα θύματα του Διστόμου, είναι σε ισχύ και μπορεί να εκτελεστεί άμεσα, με την κατάσχεση της περιουσίας του γερμανικού Δημοσίου στην Ελλάδα. Θέτουμε επίσης υπόψη όλων το θετικό προηγούμενο της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Koblenz (1972), με την οποία αποζημιώθηκαν Έλληνες που είχαν πληγεί κατά την περίοδο της ουδετερότητας της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λαμβάνοντας συνολικά 47 εκ. μάρκα.[43] Τέλος, έχει προταθεί ως μορφή πίεσης προς τη Γερμανία η εγγραφή στον προϋπολογισμό του κατοχικού δανείου και η τιτλοποίηση των γερμανικών οφειλών.[44]

 

Αντί επιλόγου: Δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και δημοκρατία η απάντηση των λαών στο ναζισμό!

Πόσο άδικο είναι αλήθεια για τη σημερινή γερμανική νεολαία, εξαιτίας της αδιάλλακτης και ανήθικης στάσης της γερμανικής κυβέρνησης, να υφίσταται το βάρος πράξεων που πιστεύουμε ότι την πληγώνουν και την ίδια; Πόσο άδικο είναι αλήθεια για το γερμανικό λαό που επιθυμεί τη φιλία και τη συνεργασία με τον ελληνικό λαό, να εκτίθεται διεθνώς λόγω της ανήθικης, ανιστόρητης και παράνομης άρνησης της γερμανικής κυβέρνησης να αναλάβει την ευθύνη της; Αν κάτι είναι βέβαιο, είναι ότι η Δικαίωση θα έρθει όχι επειδή το θέλουν οι κυβερνήσεις αλλά επειδή το θέλουν οι λαοί.

Ελπίζουμε ότι θα φανούμε άξιοι (και τυχεροί) να φέρουμε σε πέρας αυτό το «βαρύτατο και πεντακάθαρο χρέος» της γενιάς μας. Ένα είναι βέβαιο, ότι θα αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις. Το οφείλουμε στη μνήμη των πολυαγαπημένων συγγενών και συμπατριωτών μας. Το οφείλουμε στους αγώνες του λαού μας για τα πανανθρώπινα ιδανικά. Το οφείλουμε στο μέλλον, που πρέπει να οικοδομήσουμε από κοινού με το γερμανικό λαό, στα θεμέλια της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης και της ειλικρίνειας. Διότι τελικά, όπως έκλεισε και ο καθηγητής Περράκης τη μνημειώδη τοποθέτησή του στη Χάγη, μόνο με δικαιοσύνη θα επέλθει η κάθαρση στην ανείπωτη αυτή τραγωδία.

Επιτρέψτε μου να κλείσω το άρθρο αυτό, όπως έκλεισα την ομιλία μου στο Μίτενβαλντ, απευθυνόμενος στους Γερμανούς δημοκράτες (7/6/2003): «είναι ζήτημα δικαιοσύνης, μείζον ζήτημα ηθικής τάξης και ζήτημα σεβασμού της ιστορικής μνήμης αυτά τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας να αναγνωριστούν και όσοι ευθύνονται γι’ αυτά να τιμωρηθούν, να στιγματισθούν ηθικά και να απομονωθούν πολιτικά και κοινωνικά». … «Ας παλέψουμε λοιπόν όλοι μαζί, ενωμένοι, ενάντια στο ναζισμό και το φασισμό, ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τη βαρβαρότητα, ενάντια στη λήθη. Ας παλέψουμε μαζί για ειρήνη και δημοκρατία, για αλληλεγγύη και για το κοινό μας μέλλον. Σας ευχαριστώ».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο τίτλος του κειμένου είναι Σύνθημα της Ομάδας «ΑΚ Δίστομο» από το Αμβούργο, στις εκδηλώσεις, που έγιναν στο περιθώριο της δίκης στη Χάγη.
[2] Μπουρλογιάννης – Τσαγγαρίδης Ι., «Η διεκδίκηση γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων: το πολιτικό πλαίσιο. Η ματιά ενός διπλωμάτη» στο: Περράκης Στ. (επιμέλεια) Το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων στην Ελλάδα. Διεθνείς και εθνικές διαστάσεις, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2012, σελ. 123-124.
[3] Καζαντζάκης Ν., Κακριδής Ι., Καλιτσουνάκης Ι., Κουτουλάκης Κ., Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη, Έκδοση Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειο 1983, σελ. 47 (η Επιτροπή επισκέφθηκε την επαρχία Βιάννου το καλοκαίρι του 1945). Για την αντίσταση στα Καλάβρυτα διαβάστε: Ροδάκης Π., Καλάβρυτα 1941-44. Η αντίσταση στην επαρχία: Το ολοκαύτωμα, εκδ. Παρασκήνιο, 1999.
[4] Ανταίος Π., Αρώνης Π., Γλέζος Μ., Κακολύρη Α., Κουλουφάκος Π., Κυριακάκος Γ., Κωνστανταράκης Φ., Μαγκάκης Γ.-Α., Παπαγιαννάκης Κ., Ρούπας Χ., Η Μαύρη Βίβλος της Κατοχής, Έκδοση του Εθνικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, β΄ έκδοση, Αθήνα 2006.
[5] Συγγελάκης Α., 2ο Γράμμα από τη Χάγη, Χάγη, 14/9/2011 (http://holocaust.gr/index.php?option=com_content&task=blogcategory&id=18&Itemid=33).
[6] Συγγελάκης Α., Δικαιοσύνη και αποζημίωση για να γυρίσει η μαύρη σελίδα του ναζισμού, Ομιλία στο Ηράκλειο Κρήτης, 19/11/2012.
[7] Η Διασυμμαχική Διάσκεψη έλαβε χώρα στο Παρίσι από 9 Νοεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 1945, ενώ η τελική συμφωνία υπεγράφη στις 14 Ιανουαρίου 1946.
[8] Μπρεδήμας Α., «Το κατοχικό δάνειο: μία εναλλακτική προοπτική δικαίωσης;» στο Περράκης Στ. (επιμέλεια), ό.π., σελ. 145-148.
[9] Katerina Kralova, Στη σκιά της Κατοχής. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις την περίοδο 1940-2010, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, σελ. 273.
[10] Γλέζος Μ., 2012, ό.π.
[11] Ομιλία του Αριστομένη Ι. Συγγελάκη στο 1ο Πανελλαδικό Συνέδριο για τα Ολοκαυτώματα, Βιάννος 16-17/9/2011.
[12] Βλέπε αναλυτικά στο Ηλιαδάκης Τ., Οι επανορθώσεις και το Γερμανικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997.
[13] Σύμφωνα με τα δύο υπομνήματα που κατέθεσε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας Αθανάσιος Σμπαρούνης στη Διασυμμαχική Διάσκεψη των Παρισίων (9/11/1945-14/1/1946) (Ηλιαδάκης Τ., ό.π., σελ. 127-129, Δερτιλής Π., «Αριθμοί και κείμενα των εξόδων Κατοχής και οι αξιώσεις της Ελλάδας», Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, 1964, σελ. 489-517). Άλλος υπολογισμός το προσδιορίζει σε 135,8 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς τους τόκους (Περράκης Στ. και Μαρούδα Μ.-Ντ., ό.π., σελ. 84). Νεότερος, ωστόσο, υπολογισμός του καθηγητή Άγγελου Αγγελόπουλου, προσδιορίζει το ύψος του δανείου σε 3,5 δις δολάρια, αγοραστικής αξίας του 1938, χωρίς τους τόκους (Μαύρη Βίβλος, ό.π., σελ. 19). Το ποσό αυτό, σύμφωνα με υπολογισμούς του ΕΣΔΟΓΕ, ανερχόταν το 2010 σε 54 δις ευρώ χωρίς τους τόκους (www.holocaust.gr).
[14] Σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή Ξενοφώντα Ζολώτα, διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος οι δόσεις ήταν δύο, ενώ σύμφωνα με τον αξιόλογο ερευνητή Τάσο Ηλιαδάκη κατεβλήθησαν συνολικά 19 δόσεις.
[15] Σύμφωνα με υπολογισμούς του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, με βάση μετατροπή που έγινε με τη βοήθεια της ΤτΕ, κατόπιν αιτήματος του ταμία του Εθνικού Συμβουλίου και αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Στέλιου Ζαμάνου το 2010. Τα αρχικά ποσά προέρχονται από τη Συνθήκη των Παρισίων του 1946.
[16] Περράκης Στ. και Μαρούδα Μ.-Ντ., ό.π., σελ. 84.
[17] Βλέπε περισσότερα για το ζήτημα στο βιβλίο του Γιώργου Λεκάκη, Αρχαιοκαπηλίες των Γερμανών στην Ελλάδα επί Κατοχής, εκδ. Κάδμος, Αθήνα 2012.
[18] Περράκης Στ. και Μαρούδα Ντ., 2012.
[19] Μαγκάκης Γ.Α., «Η επίλυση του προβλήματος των αποζημιώσεων. Νομικό και ηθικό χρέος…», 25/11/1998 (περιλαμβάνεται στη Μαύρη Βίβλο της Κατοχής, ό.π.).
[20] Περράκης Στ. και Μαρούδα Ντ., «Πολεμικές επανορθώσεις στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο. Η διεθνής πρακτική και η ελληνική περίπτωση. Μία σύνθεση κι ένας αναστοχασμός» στο Περράκης, ό.π., σελ. 75.
[21] Ο Μέρτεν, αν και καταζητούμενος, είχε το θράσος να έρθει να καταθέσει σε δικαστήριο της Θεσσαλονίκης υπέρ ενός υφιστάμενού του, κατηγορούμενου για εγκλήματα πολέμου. Όπως ήταν φυσικό αναγνωρίστηκε, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 25 ετών.
[22] Γλέζος Μ., 2012, ό.π.
[23] Περράκης Στ. και Μαρούδα Ντ., ό.π., σελ. 74-75.
[24] Ιδιαίτερα αυστηρή κριτική έχει ασκηθεί στο ρόλο του Στέφανου Ματθία, τότε προέδρου του Αρείου Πάγου και προεδρεύοντος του ΑΕΔ, ακόμη και από τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, για σωρεία μη νόμιμων και αντιδεοντολογικών ενεργειών, που οδήγησαν στην αρνητική για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων εξέλιξη (Κράλοβα, ό.π., σελ. 345).
[25] Περράκης Στ., ό.π., σελ. 80.
[26] Το πρόβλημα επιτάθηκε λόγω και του ναυτικού αποκλεισμού της κατεχόμενης Ελλάδας από τους Συμμάχους.
[27] Φλάισερ Χ., Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, δύο τόμοι, Παπαζήσης, Αθήνα, 1989-1995, σελ. 194.
[28] Γλέζος Μ., Και ένα μάρκο να ήταν, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2012.
[29] Οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις τιμής της μνήμης των σφαγέων της Βέρμαχτ γίνονται στο ορεινό αυτό θέρετρο κάθε έτος ανήμερα την Πεντηκοστή και, έως σήμερα, δεν έχουν απαγορευθεί από τις γερμανικές αρχές! Κι αυτό είναι ενδεικτικό της έλλειψης ειλικρινούς σεβασμού, ακόμη και σήμερα, του επίσημου γερμανικού κράτους στα θύματα του ναζισμού…
[30] Επιβεβαιώνει τα όσα είπα το 2003, οκτώ χρόνια μετά, ο Γερμανός καθηγητής της Οικονομικής Ιστορίας Άλμπερτ Ριτσλ στο Spiegel On Line (21/6/2011): «Μην ξεχνάτε ότι ζούμε μέσα σε ένα γυάλινο σπίτι: το οικονομικό μας θαύμα έγινε δυνατό αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν αναγκαστήκαμε να πληρώσουμε αποζημιώσεις. Οι Έλληνες γνωρίζουν πολύ καλά την εχθρική στάση των γερμανικών ΜΜΕ. Αν η διάθεση των Ελλήνων γίνει πιο επιθετική, μπορεί να αναβιώσουν οι παλιές διεκδικήσεις! Αν αρχίσει η Ελλάδα και αν ποτέ αναγκαστεί η Γερμανία να πληρώσει, τότε θα μας τα πάρουν όλα». (http://www.spiegel.de/wirtschaft/soziales/euro-krise-deutschland-ist-der-groesste-schuldensuender-des-20-jahrhunderts-a-769052.html).
[31] Ανακοίνωση της Ένωσης Θυμάτων Ολοκαυτώματος Δήμου Βιάννου, «Κανένας Δήμος της Κρήτης στην «ελληνογερμανική συνέλευση» του κ. Φούχτελ», περιοδικό Επίκαιρα, 15/11/2012.
[32] Από συνέντευξη του Γιούργκεν Χάμπερμας στην L’ Espresso, 25/1/1988.
[33] Ενδεικτικά οι εξής: Βασίλης Μπρακατσούλας, Δαμιανός Βασιλειάδης (υπεύθυνος Γερμανίας ΕΣΔΟΓΕ), Πέτρος Κουλουφάκος, Γιάννης Γαμβρίλης, Μάκης Μπαλαούρας, Στέφανος Ληναίος (συντονιστής ΕΣΔΟΓΕ), Χρήστος Τζιτζιλώνης (ΠΕΑΕΑ και αντιπρόεδρος της FIR), Λίτσα Παπαϊωάννου (ΠΟΑΕΑ) Ιγνάτιος Αξιώτης, Γιάννης Μαύρος, Δημήτρης Χριστοδούλου, Δημήτρης Χαντζαρόπουλος, Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, Μάνος Κατριβάνος, οι Χαρίλαος Ερμείδης και Αριστομένης Συγγελάκης, πρόεδροι των Ενώσεων Θυμάτων Καλαβρύτων και Βιάννου αντιστοίχως, οι Λουκάς και Γιάννης Δημάκας (Δίστομο), η Μαρία Λαϊνά από την Υπάτη, ο Κώστας Ψαράς από τα Κερδύλια κ.ά.
[34] Οι τέως πρόεδροι του Δικτύου: Αθ. Παπαδόπουλος (Καλαβρύτων), Λουκάς Παπαχρήστος (Διστόμου), Μιχάλης Γεράνης (Χορτιάτη), Ευτύχης Δασκαλάκης (Καντάνου), ο Μπάμπης Δασκαλάκης (πρόεδρος νεολαίας Δικτύου), ο νυν πρόεδρος του Δικτύου Σωκράτης Κεφαλογιάννης (δήμαρχος Ανωγείων), ο δήμαρχος Βιάννου Παύλος Μπαριτάκης κ.ά.
[35] Στέλιος Περράκης, Κέλλυ και Χριστίνα Σταμούλη, Αντώνης Μπρεδήμας, Ντανιέλλα Μαρούδα, Πέτρος Μηλιαράκης κ.ά.
[36] Ο σπουδαίος Ι. Σταμούλης μετέφερε τη διεκδίκηση επί ιταλικού εδάφους, όπου με συνεργάτη τον δικηγόρο Γιόακιμ Λάου κέρδισε τις δίκες στο Εφετείο της Φλωρεντίας (2005) και στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρώμης (2008). Τελικά, η Γερμανία προσέφυγε στη Χάγη εναντίον της απόφασης της Ιταλικής Δικαιοσύνης. Στις 13/1/2011 η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε αίτημα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για παρέμβαση στην υπόθεση «Δικαστική ασυλία κράτους, Γερμανίας/Ιταλίας», το οποίο έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο στις 4/15 Ιουλίου 2011 και πληρεξούσιος της Ελληνικής Δημοκρατίας ορίστηκε ο καθηγητής Στέλιος Περράκης (συνεργάτες του ο καθηγητής Αντώνης Μπρεδήμας και η λέκτορας Μαρία – Ντανιέλλα Μαρούδα). Η προφορική διαδικασία έλαβε χώρα στις 12-16/9/2011 (Περράκης Στ, ό.π., σελ. 17) και την παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι δήμαρχοι Διστόμου Ι. Πατσαντάρας και Καλαβρύτων Γ. Λαζουράς, οι νομικοί Χριστίνα Σταμούλη, Martin Kriegnel, Γιόακιμ Λάου, οι Β. Καρκούλιας, Μ. Σφουντούρης, από το ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ οι Θ. Δρίτσας (βουλευτής) και Θ. Παρασκευόπουλος, από τη ΔΗΜΑΡ οι βουλευτές Ν. Τσούκαλης και Γρ. Ψαριανός, καθώς και οι Μάκης Μπαλαούρας και ο υπογράφων από το ΕΣΔΟΓΕ.
[37] Την ίδια πρόταση είχε διατυπώσει παλιότερα και ο Ανδρέας Παπανδρέου.
[38] Ανακοίνωση ΕΣΔΟΓΕ, 9/6/2013.
[39] Ένωση Θυμάτων Ολοκαυτώματος Δήμου Βιάννου, ό.π.
[40] Δελτίο Τύπου ΕΣΔΟΓΕ, 27/4/2013 (μετά τη συμβολική περικύκλωση της γερμανικής πρεσβείας και τη συνάντηση με τον Γερμανό πρέσβη).
[41] Κέρδος On Line, 29/5/2013 (http://www.kerdos.gr/default.aspx?id=1925879&nt=103).
[42] Προτείνεται η δημιουργία ενός ιδρύματος στο πρότυπο του «Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον», το οποίο συνέλεξε σε δύο χρόνια 2,5 δις ευρώ, με τα οποία αποζημιώθηκαν χιλιάδες όμηροι σε γερμανικά στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, βάσει απόφασης της κυβέρνησης Σρέντερ το 2000.
[43] Περράκης Στ. και Μαρούδα Μ.-Ντ., ό.π., σελ. 85.
[44] Το έχει προτείνει από το 2011 ο Νότης Μαριάς, βουλευτής των Ανεξάρτητων Ελλήνων.



πίσω στα περιεχόμενα: