τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες: , , ,


Προσωπική μαρτυρία για τον Περικλή Ροδάκη


Έτσι σα δώρο που δεν αξίζει μου δόθηκε η ζωή

κι όσος καιρός μου μένει

σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν

για να τους ιστορήσω.

Τίτος Πατρίκιος, «Οφειλή»

 

 

 

Στη Φυλακή

Με τον Περικλή συναντηθήκαμε στις φυλακές Αβέρωφ το 1967. Από την πρώτη στιγμή γίναμε φίλοι. Με είχε εντυπωσιάσει ο πράος και ειλικρινής χαρακτήρας του και η πολυμάθειά του. Είχε την αγαθοσύνη και την καλοσύνη ενός μικρού παιδιού, τον αυθορμητισμό και τη βιασύνη ενός έφηβου, την αυτάρκεια και τη σωφροσύνη ενός γέρου. Ήταν αξιαγάπητος και ενέπνεε εμπιστοσύνη προς όλους, ακόμη και στους φύλακες. Όλοι ή τουλάχιστον οι πιο πολλοί, του ακουμπάγανε τους καημούς τους.

Εμείς, οι νεότεροι, τον βλέπαμε με δέος, επειδή είχε πολλά χρόνια φυλακής στην πλάτη του από την εποχή του εμφύλιου και τον περιέβαλλε ο θρύλος της απόδρασης από τις φυλακές των Βούρλων (1955).

Τον θυμάμαι να κάνει στο προαύλιο τις βόλτες του περιστοιχιζόμενος από πολλούς συγκρατούμενους, κυρίως νέους-αρκετές φορές συμμετείχα κι εγώ.

Τον ρωτούσαμε πολλά και διάφορα. Βασικά είχαμε απορίες πάνω σε συγκεκριμένα συμβάντα της ιστορικής διαδρομής του Κινήματος. Η αφήγησή του ήταν γλαφυρή και ωθούσε σε βαθύτερους προβληματισμούς. Μας βοηθούσε να γινόμαστε πιο διεισδυτικοί, πιο ερευνητικοί. Μας προέτρεπε να αναζητούμε ανάμεσα στις γραμμές των κειμένων την κρυμμένη αλήθεια.

Χάρις στον Περικλή εξοικειωθήκαμε στην πράξη να μην εφησυχάζουμε ποτέ και να επαγρυπνούμε περιφρουρώντας τα προσωπικά μας είδη, από τις εφόδους των «σωφρονιστικών υπαλλήλων». Ιδιαίτερα μας μετέφερε την εμπειρία των πιο παλιών κρατουμένων για το πώς μετατρέπεται ένα «παράνομο» βιβλίο σε «νόμιμο», αλλάζοντας απλά το εξώφυλλό του.

Κάποια μέρα μπήκαν στην ακτίνα[1] οι φύλακες και μάζεψαν όλα τα βιβλία. Τα μεταφέρανε στο Αρχιφυλακείο μέσα σε μεγάλα χαρτόκουτα. Φυσικά είχε πέσει το σχετικό καρφί. Η στεναχώρια μας ήταν πολύ μεγάλη, αφού ήταν απαραίτητα για τα μαθήματα, που γίνονταν. Εξάλλου ήταν η καθημερινή συντροφιά κάθε κρατούμενου, κυρίως όταν μας κλείδωναν στους θαλάμους. Ειδικά ο Περικλής, όντας αυτοδίδακτος, δεν μπορούσε ούτε στιγμή να κάνει χωρίς τα πολυαγαπημένα του βιβλία.

Μετά τη φυλακή τον επισκεπτόμουν τακτικά στο σπίτι του. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκαλούσαν οι τρεις τεράστιες βιβλιοθήκες τοίχου, που κάθε μια κάλυπτε σχεδόν όλη την επιφάνεια με βιβλία κατά βάση ιστορικού ή/και φιλολογικού – κυρίως όμως λογοτεχνικού – περιεχομένου. Δεν έλειπαν βέβαια τα θεωρητικά και κλασικά μαρξιστικά βιβλία, όπως και κάποιες σπάνιες εκδόσεις υψηλής τυπογραφικής τέχνης. Ξεχωριστό ιστορικό ενδιαφέρον είχαν κάποιες εκδόσεις του 19ου αι. Ανάμεσα στα βιβλία υπήρχαν πολλά ξενόγλωσσα. (Ο Περικλής μπορούσε να διαβάζει κείμενα γραμμένα σε τέσσερεις γλώσσες – κάποιοι μιλάνε για πέντε).

Πραγματικά είχε μεγάλη αδυναμία στο «βιβλίο».

Ξαναγυρίζουμε τώρα στο επεισόδιο, που μας πήραν τα βιβλία.

Με τη βοήθεια του Περικλή, οργανώσαμε μια επιχείρηση για να τα πάρουμε πίσω. Ο ίδιος μετέβη στο Αρχιφυλακείο κάνα πεντάλεπτο νωρίτερα από μας και άνοιξε «ενδελεχή» συζήτηση με τον αρχιφύλακα περί ανέμων και υδάτων. Όταν φτάσαμε εμείς η κουβέντα είχε ανάψει για τα καλά. Μπαινοβγαίναμε δυο-δυο από τη πίσω πόρτα (στη πλάτη του αρχιφύλακα) και παίρναμε τα χαρτόκουτα με τα βιβλία. Και βέβαια τα μεταφέραμε στην ακτίνα μας. Το περίεργο είναι ότι κατά τη διαδρομή μας αυτή, συναντούσαμε αρκετούς φύλακες, κανένας όμως δεν μας έκανε έλεγχο! Έτσι όλα τα βιβλία ξαναγύρισαν κοντά μας, στους θαλάμους. Τέτοιο επεισόδιο δεν ξαναζήσαμε άλλη φορά. Στο εξής τα βιβλία θα μένανε στο απυρόβλητο!

Λοιπόν τι ακριβώς διαμείφθηκε – εκείνο το πεντάλεπτο – μεταξύ Περικλή και αρχιφύλακα; Άγνωστο, τουλάχιστον στον ομιλούντα.

Στον Περικλή χρωστάμε την τεχνογνωσία κατασκευής Πολυγράφου Οινοπνεύματος, με τη βοήθεια του οποίου εκδίδαμε στη φυλακή δύο περιοδικά.

Το πρώτο είχε τίτλο «Τετράδια (72/73)», και απευθυνόταν βασικά στις πνευματικές μας ανησυχίες.

Το δεύτερο είχε τίτλο «προσανατολισμοί» και λειτουργούσε κατά κύριο λόγο ως Βήμα Διαλόγου πάνω σε πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα.

Τα περιοδικά αυτά κυκλοφορούσαν μέσα στη φυλακή σ’ όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, φυσικά με όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για να μην πέσει η δράση αυτή στην αντίληψη της διοίκησης των φυλακών.

Συγγραφέας μπορούσε να είναι κάθε συναγωνιστής που ήταν σε θέση να διατυπώσει εγγράφως, τις σκέψεις του με πρώτο και καλύτερο τον Περικλή, που ήταν πολυγραφότατος. Κάποιοι τον αποκαλούσαν «χαλκέντερο».

Ο ίδιος κρατούσε τη στήλη «Ψήγματα». Περιορίζομαι να αναφέρω δύο μόνο μικρά, αλλά λαμπερά κομμάτια.

Το ένα: «Η αλήθεια μοιάζει με τη σταγόνα της δροσιάς στο ανοιξιάτικο λουλούδι, που τη ρουφάει ο ήλιος της αυγής. Υπάρχει μονάχα μια στιγμή, παίρνει τη χάρη της στην πρώτη ηλιαχτίδα και χάνεται στην αποθέωση της λάμψης».

Το άλλο: «Να μην γυρεύεις ανταπόδοση. Να μην προσφέρεις για να πάρεις. Να μην προσμένεις χειροκρότημα στο λόγο ή την πράξη σου».

Η Συντακτική Επιτροπή των Τετραδίων έκανε ένα αφιέρωμα (τεύχος 22)στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, όπου 21 συγκρατούμενοί μας, απάντησαν στην ερώτηση: «Τι είναι για σένα ο Γιώργος Σεφέρης;» Ο ίδιος δεν συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που απάντησαν, ωστόσο βοήθησε αρκετούς να συγκροτήσουν την απάντησή τους.

Την εποχή εκείνη ήταν πολύ σοβαρά απασχολημένος με τη μετάφραση σημαντικών βιβλίων και όχι μόνον. Παράλληλα έκανε μελέτες ευρέως φάσματος. Τον έβλεπες χωμένο μέσα στα βιβλία του να διαβάζει με ξεχωριστό πάθος και ερευνητικό πνεύμα. Το αποτέλεσμα ήταν τελικά να γράψει μερικές μονογραφίες υψηλής πνοής. Για παράδειγμα η μελέτη του με τίτλο «Μύθος και επανάσταση», (Τετράδια 72).

Η βόλτα του στο προαύλιο ήταν σχετικά σύντομη κι εντατική. Περπατούσε αρκετά γρήγορα, νευρικά. Γύριζε στα θέση του, στα προσφιλή του χαρτιά (γραμμένα ή άγραφα), ακόμη κι όταν η φυλακή ήταν ανοιχτή.[2]

Έγραφε και διάβαζε «μετά μανίας». Κάμποσα από τα πονήματά του, που κυκλοφορούσαν έξω (στο εμπόριο) γράφτηκαν στη φυλακή. Στη μνήμη μου είναι καλά χαραγμένο το ποίημα με τίτλο «Αδελφέ μου». Επίσης τα ιστορικά βιβλία Κλέφτες και αρματολοί, Άγης και Κλεομένης. Από τις μεταφράσεις του θυμάμαι Το 9ο κύμα του Ηλία Έρεμπουργκ, τη Γνωσιολογία του Μόρις Κόρνφορθ.

Μόλις πριν λίγο ο συναγωνιστής Γιάννης Ξαρχουλάκος μου έδειξε ένα τετράδιο, βιβλιοδετημένο με εξαιρετικό γούστο, που ήταν το γραμμένο με το χέρι του αντίγραφο[3] του βιβλίου Το Ξένο Κεφάλαιο, που έγραψε ο Περικλής στη φυλακή επίσης.

Κάθε κομμάτι, που έγραφε το βράδυ, μας το αφηγείτο την άλλη μέρα το πρωί στο προαύλιο, σαν παραμύθι. Ήταν χάρμα να τον ακούς περπατώντας. (Ακόμη και… λαχανιασμένος.) Είχαμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε στην Περιπατητική Σχολή του Αριστοτέλη!

Συμμετείχε κανονικά στην Ομάδα Συμβίωσης, που ήταν πολιτική μεν, αλλά μη κομματική. Οι συναγωνιστές που τη συγκροτούσαν διαπνέονταν από αντιδογματικές αντιλήψεις.

Για μια περίοδο μάλιστα ο Περικλής εκλέχτηκε στην Επιτροπή Διαχείρισης.

Στις πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν ανακατευόταν. Ωστόσο το Φλεβάρη του 1968,όταν ήμασταν στις φυλακές της Αίγινας κι έγινε γνωστή η διάσπαση της εξόριστης ηγεσίας του ΚΚΕ, συνυπέγραψε μαζί με άλλους 21 συγκρατούμενους, μεταξύ τους κι ο υποφαινόμενος, ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε στο Ριζοσπάστη Μαχητή. Σ’ αυτό το κείμενο, γινόταν αυστηρή κριτική προς την ηγεσία του κόμματος, σύμφωνα με τις πάγιες Αρχές του Κινήματος, γιατί διασπάστηκε σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία χρειαζόταν η μέγιστη δυνατή ενότητα του λαού μας. Διατυπωνόταν δε η άποψη ότι «η καθοδήγηση του Κινήματος πρέπει να βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας», μέσα δηλαδή στο καμίνι του Αντιδικτατορικού Αγώνα, δίπλα στο λαό, που δοκιμαζόταν σκληρά και αγωνιζόταν γενναία.

Λίγο αργότερα έλαβαν χώρα τα γεγονότα στη Τσεχοσλοβακία με τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας να εισβάλλουν σε μια σοσιαλιστική χώρα – μέλος της συμμαχίας – σαν να ήταν εχθρική (του ΝΑΤΟ).

Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο! Αγαναχτήσαμε όλοι σφόδρα (κι ο Περικλής). Ήταν η απόλυτη απεμπόληση των ιδεών του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και των Ανθρωπιστικών Ιδεωδών που μας ενέπνεαν από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Μετά από μια συζήτηση «εκ βαθέων» που πήρε μέρος το σύνολο των συναγωνιστών του κλίματος της λεγόμενης «ανανέωσης», συντάξαμε ένα σκληρό κείμενο διαμαρτυρίας και καταδίκης της εισβολής. Το υπογράψαμε 81 πολιτικοί κρατούμενοι (κι ο Περικλής) και το στείλαμε έξω. Δημοσιεύθηκε κι αυτό στον Ριζοσπάστη Μαχητή.

Τα καθέκαστα της παλιάς φυλακής, που διήγαγε, κατά την περίοδο του εμφύλιου και μετά, τα γνωρίσαμε από τις αφηγήσεις του – προφορικές ή γραπτές. Για αρκετά χρόνια ήταν μελλοθάνατος, γιατί χάρις σε ένα κυριολεκτικά τυχαίο περιστατικό αποφεύχθηκε στο παραπέντε η εκτέλεσή του από το μετεμφυλιακό κράτος.

Μόλις έμαθα κάτι το συνταρακτικό. Ο Περικλής έζησε δυο ολόκληρα χρόνια  αναμένοντας την εκτέλεση της θανατικής του ποινής, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε διαφύγει οριστικά τον κίνδυνο της εκτέλεσης.

Μετά έκανε παρέμβαση ο στρατηγός Ντε Γκωλ κι οι εκτελέσεις σταμάτησαν.

Από τις εξιστορήσεις του, ιδιαίτερα με είχαν εντυπωσιάσει η αυτοκυριαρχία και η λεβεντιά του, όταν αντιμετώπιζε αντίξοες καταστάσεις.

Πραγματικά υποδειγματική συμπεριφορά λαϊκού αγωνιστή!

Για μένα ο Περικλής θα είναι πάντα ένας μέντορας. Συχνά-πυκνά προσφεύγω στα βιβλία του και αντλώ σοφία.

 

                                                                                                                                                                                                                                                                        Καπανδρίτι Αττικής, 21/05/13

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η ακτίνα ήταν μια συγκεκριμένη πτέρυγα με μία μόνο είσοδο, στην οποία διέμεναν οι κρατούμενοι μιας συγκεκριμένης κατηγορίας. Μετά τον Ιούνιο του ’67,στην Αίγινα η 5η ακτίνα (η δική μας), «φιλοξενούσε» μόνο πολιτικούς κρατούμενους (κατά βάση αριστερούς, κομμουνιστές) και περιλάμβανε: ένα προαύλιο σε άμεση επαφή με την είσοδο και γύρω-γύρω τους θαλάμους.
[2] Όταν λέμε ότι « η φυλακή είναι ανοιχτή» εννοούμε ότι είναι ελεύθερη η επικοινωνία των κρατουμένων μεταξύ τους. Στην περίπτωση που υπάρχει πόρτα, με την οποία είναι δυνατό να απομονωθεί το προαύλιο από την υπόλοιπη ακτίνα, η προσπέλαση στο προαύλιο, είναι επιτρεπτή μόνο για μερικές ώρες.
[3] Ο Περικλής ήταν κακογράφος – πολλές φορές δυσκολευόταν κι ο ίδιος, σε πολύ μεγάλο βαθμό, να διαβάσει τα χειρόγραφά του. Απευθυνόταν λοιπόν σε νέους να τα αντιγράψουν καθαρά για να γίνουν αναγνώσιμα. Εκτός του Γ.Ξ., που αναφερθήκαμε πιο πάνω (στον οποίο χρειάστηκαν οκτώ μήνες για να ολοκληρώσει την καθαρογραφή του βιβλίου, που ανέλαβε), υπήρχαν κι άλλοι συναγωνιστές που έκαναν την ίδια δουλειά – μου το θύμισαν αυτό χθες στην εκδήλωση Τιμής για τον Περικλή, που έγινε στο «Ρουφ» κάποιοι συναγωνιστές – ο Βασίλης Μπαλωμένος, που καθαρόγραψε το βιβλίο Τάξεις και Στρώματα και ο Θόδωρος Καλαϊτζής, που καθαρόγραψε το βιβλίο Για το Αγροτικό Ζήτημα.



πίσω στα περιεχόμενα: