τετράδια

ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ετικέτες: , , ,


Προσωπική μαρτυρία για τον Παναγιώτη Κατερίνη


Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός μου ότι ο Παναγιώτης Κατερίνης εξέπνευσε στα χέρια μου. Στις 7 Φεβρουαρίου 2013, ημέρα Πέμπτη έγινε η ταφή και εκφωνήθηκαν οι επικήδειοι λόγοι από παλιούς και «σχετικά» νέους συντρόφους του.

Εκεί έγινε μια μικρή μνεία και αποτίμηση της ζωής και του έργου του από στενούς συντρόφους του. Τους έχω ευτυχώς μαγνητοφωνήσει και κάποτε, ελπίζω, να δημοσιοποιηθούν οι ομιλίες τους. Με αυτή την έννοια δεν χρειάζεται να κάνω μια ακόμη υπόμνηση.

Δεν μου δόθηκε προσωπικά η ευκαιρία να μιλήσω στην επιμνημόσυνη δέηση. Ήμουν από τους στενότερους, σχεδόν αποκλειστικούς συνομιλητές του τα τελευταία χρόνια, έως την τελευταία του πνοή, όχι όμως από τους ομοϊδεάτες του. Όταν ένιωθε ότι του λείπει ο διάλογος και αργούσα να τον επισκεφτώ, με έπαιρνε τηλέφωνο: «Τι έγινε σύντροφε!», μου έλεγε. Διψούσε για συζήτηση και η επιμονή του μπορούσε να σκάσει και γάιδαρο.

Το πράγμα φαίνεται εκ πρώτης όψεως οξύμωρο, να έχω τόσο στενή σχέση μαζί του και παρ’ όλα αυτά να μην είμαι ομοϊδεάτης του, δηλαδή μαρξιστής και κυρίως λενινιστής, όπως ήταν ο ίδιος.

Ο Παναγιώτης ήταν και παρέμενε σ’ όλη του τη ζωή από την παιδική ηλικία έως την τελευταία του πνοή, η προσωποποίηση του λενινιστή επαναστάτη. Όχι του μαρξιστή ή κάποιου άλλου θεωρητικού του μαρξισμού-λενινισμού, των οποίων αποτιμούσε ανάλογα το έργο τους, με κριτήρια που έθετε ο Λένιν, ή εν πάση περιπτώσει, με τα κριτήρια που ο Παναγιώτης αξιολογούσε ότι έθετε ο Λένιν.

Είχαμε φυσικά πολλές συζητήσεις, θα λέγαμε, έναν σκληρό και πολλές φορές «ανελέητο» διάλογο και αντίλογο, που μας έφερνε στα όρια της αντοχής μας. Κυρίως της δικής του, θα ομολογούσα, γιατί και με τα γραπτά μου και στις συζητήσεις μου, όχι λίγες φορές αμφισβητούσα με ζέση και αλύγιστη θέληση, όχι μόνο την αυθεντία και την μοναδική αλήθεια των γεναρχών του μαρξισμού, αλλά και του Λένιν ακόμη, που για άλλους λενινιστές θα αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως, αλλά για τον Παναγιώτη Κατερίνη ευκαιρία να καταθέτει με όποια πειστικότητα μπορούσε τις θέσεις του Λένιν για να αντικρούσει τις απόψεις μου και να με πείσει για τις «πλάνες ή τα λάθη μου». Γιατί η πρόθεση ήταν πάντοτε εκατέρωθεν «αγαθή». Και οι δύο ήμασταν σκληροτράχηλοι συζητητές και για μας δεν υπήρχαν θέματα ταμπού, όπως γίνεται συνήθως «ανομολόγητα». Ήταν σεμνός, αλλά και πείσμων. Ήταν και υπέρ της ισότητας, αλλά η γνώμη για τις γυναίκες, παρεξέκλινε συνειδητά από το δρόμο της. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

Το σημαντικό όμως ήταν η διαλεκτική του πράγματος. Ο Παναγιώτης ήταν, για να μην πω ο μοναδικός, γιατί θα φανεί υπερβολή, (και μπορεί να αδικήσω κι άλλους), αλλά από τους λίγους με τους οποίους μπορούσες να κάνεις γενικά ανοιχτό και χωρίς προαπαιτούμενα διάλογο για όλα τα θέματα, χωρίς να χαρακτηριστείς συντηρητικός, αντιδραστικός, αντιμαρξιστής, αντιλενινιστής, δογματικός κ.λπ. και να ποινικοποιήσεις και αυτή τη συζήτηση. Βέβαια την καθοδήγηση την είχε στο αίμα του. Παναγιώτη, του έλεγα, «με μένα, η καθοδήγηση στοπ», όταν το επιχειρούσε, παρεκκλίνοντας από τον διάλογο. «Εφόσον ξέρεις,» του έλεγα, «ότι καθοδήγηση και διάλογος βρίσκονται σε αντιδιαλεκτική σχέση».

Έτυχε να γνωρίσω στη ζωή μου πλειάδα λεγόμενων «αριστερών», και βάζω αριστερών σε εισαγωγικά, για να τονίσω ότι όποιος αυτοπροσδιοριζόταν αριστερός δεν σήμαινε για μένα ότι ήταν αριστερός.

Απλά πράγματα. Το ποιος είναι αριστερός, δεξιός κ.λπ. το αποδεικνύει πάντοτε η πράξη και όχι τα λόγια. Η πράξη, ως γνωστόν, επαληθεύει τη θεωρία. Και δυστυχώς η πράξη απέδειξε επανειλημμένα στην πράξη, σύμφωνα πάντοτε με τη δική μου μακρά εμπειρία στο Λαϊκό Κίνημα, και με όση συσσώρευση αυτής της εμπειρίας μπόρεσα να αποκτήσω, ότι κάθε άλλο παρά αριστεροί ήταν αυτοί που πολλές φορές την επικαλούνταν.

Με τον Παναγιώτη τέτοια περίπτωση ούτε κατ’ ίχνος δεν υπήρχε. Ούτε με αποχρώσες ενδείξεις, όπως λένε οι δικηγόροι. Ήταν ένας γνήσιος λενινιστής σε όλη του τη ζωή και σε όλο του το μεγαλείο, μάλιστα από πολύ νεαρή ηλικία και με συνέπεια αξιοζήλευτη. Ποτέ δεν είχε ταλαντευθεί στον λενινισμό του. Και όχι μόνο αυτό. Προσπαθούσε πάντοτε να σε πείσει. Έλεγε ότι ο Λένιν σε αντίθεση με τον Στάλιν και τους άλλους προσπαθούσε να πείσει με τις ιδέες του και δεν υπήρξε ποτέ δογματικός ή μονολιθικός, ούτε μπορεί να αποδείξει κανείς ότι είχε εκτελέσει κάποιον με δική του εντολή. Βέβαια έπρεπε στις τότε συνθήκες να δράσει, όπως έδρασε, αλλά ο Λένιν, αυτό που χαρακτηρίζουμε ως σταλινικά φαινόμενα, δεν είχε και δεν ήταν ίδιο του χαρακτήρα και της πολιτικής του φιλοσοφίας.

Με τον Παναγιώτη παλιά, όταν ακόμη είχε νεανική δυναμική, έπρεπε να έχεις άπειρη υπομονή, γιατί ξεκινώντας και καταλήγοντας στον Λένιν, για να δώσει την απάντησή του, έπρεπε να ξεκινήσει από μια περιοδολόγηση της όλης θεωρίας, που μπορεί να ξεκινούσε από τους πρώτους χριστιανούς. Ευτυχώς είχε μια γλαφυρότητα και αμεσότητα στη διήγησή του. Νόμιζες ότι εκείνη τη στιγμή που μιλούσε για τον Λένιν έκανε φιλικό διάλογο μαζί του και σε συμπεριλάμβανε κι εσένα στον διάλογο αυτό. Καμιά φορά ήταν και ο Μαρξ παραδίπλα. Σπάνια ο Τρότσκι. Ορισμένες φορές, με συγκατάβαση, ο Μάρτοφ.

Τα θέματά μας ήταν πάντοτε επίκαιρα τόσο θεωρητικά, (της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και όχι μόνο), όσο και θέματα της κατά καιρούς επικαιρότητας και κυρίως της πολιτικής της Αριστεράς, για την οποία κάναμε σκληρές συζητήσεις για να βγάλουμε τα ανάλογα συμπεράσματα, ποια έπρεπε να είναι η ενδεδειγμένη της πολιτική, προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας, ο καθένας από τη δική του οπτική και εμπειρία, χωρίς υποκριτικές «φανφάρες».

Έχοντας φυσικά όλη την συμπυκνωμένη εμπειρία, θεωρητική και πρακτική του Λένιν (είχε όλους τους τόμους του Λένιν στο κεφάλι του!), έκρινε και τα σύγχρονα γεγονότα με τα κριτήρια του Λένιν. Όταν ξεκινούσε την συζήτηση, αλλά δεν έμπαινε αμέσως στο θέμα ή έως ότου μπει στο θέμα έλεγε ότι θα κάνει πρώτα μια μικρή εισαγωγή, λέγαμε όλοι, ωχ! τι μας περιμένει μετά, γιατί η συζήτηση θα κρατούσε σε μάκρος και άντε να έχεις την υπομονή, που εγώ μεν την είχα, γιατί κέρδιζα πάντοτε από την συζήτηση, αλλά άλλοι δεν άντεχαν, είτε γιατί νόμιζαν ότι τα ξέρουν κι αυτοί, όπως τα ήξερε και ο Παναγιώτης, είτε γιατί τα νεύρα τους δεν άντεχαν. Τα πράγματα δεν είχαν πάντοτε ιδεολογικό χαρακτήρα. Είχαν να κάνουν και με ψυχολογικές πλευρές.

Ήταν για μένα απόλαυση να τον ακούω να αντικρούει τα δικά μου επιχειρήματα, γιατί πολλές φορές του αμφισβητούσα τα αυτονόητα και τον έφερνα καμιά φορά και σε απόγνωση. Όταν «κέρδιζα» την άδειά του να κάνω με «τα κρεμμυδάκια», τρόπος του λέγειν, τον Μαρξ και Ένγκελς, πρόσεχα πολύ στην κριτική μου στον Λένιν. Μάλιστα μια φορά μπορεί και να οδηγούσα την υπομονή του στα όρια, λέγοντας ότι ίσως ο Στάλιν να βασίστηκε στην παρακαταθήκη του Λένιν, μέσω κυρίως του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Παρ’ όλα αυτά διατηρούσε την ψυχραιμία του και την υπομονή του και προσπαθούσε να με πείσει περί του αντιθέτου, γεγονός που το πλήρωνα πολύ ακριβά, γιατί έπρεπε να ακούσω τον αντίλογό του για πολλές ώρες.

Ήταν το κατόρθωμά μου και το απολάμβανα, γιατί ο Παναγιώτης όχι μόνο υπομονή είχε και ποτέ δεν φανατιζόταν (φαινόμενα σταλινισμού που διακρίνουν σχεδόν όλους τους αριστερούς και ας ομνύουν για το αντίθετο και το λέω μετά λόγου γνώσεως), αλλά είχε και κατανόηση και ένα μειλίχιο και προσηνές ύφος. Δεν υπήρχε θέμα που να μην το συζητά και για μένα ήταν ο βασικός κριτής όλων μου των βιβλίων, που πρώτα, είτε συμφωνούσα είτε όχι, περνούσαν από τη δική του κρίση, την οποία εκτιμούσα τα μάλλα και τα μέγιστα και την λάμβανα πολύ σοβαρά υπόψη μου. Αναλόγως τότε έκανα και ορισμένες διορθώσεις στα έργα μου. Καθόταν και έκανε λεπτομερείς σημειώσεις με ωραία, αλλά μικρά γράμματα, λες και έγραφε στη φυλακή, για να αξιοποιήσει το χαρτί που τυχόν είχε στη διάθεσή του. Γιατί, όπως είναι γνωστό πέρασε κι αυτός, για να μην μπούμε σε ιστορική αποτίμηση, δια πυρός και σιδήρου στα πέτρινα χρόνια που λέμε.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Ο Παναγιώτης ήταν πρώτα άνθρωπος και καμιά φορά «δόγμα», με την έννοια ότι κριτής της αλήθειας των πάντων, κυρίως σε ότι αφορά το επαναστατικό ή να πούμε το αριστερό κίνημα, ήταν ο Λένιν. Απόκλιση από κει δεν υπήρχε. Εκεί καμιά φορά θα μπορούσαμε να ψελλίσουμε ότι ίσως ήταν «ολίγον τι δογματικός».

Όταν τον «προκαλούσα» με την έννοια ότι επιχειρούσα να ανασκευάσω τη θεωρία του Μαρξ και Ένγκελς, (βλέπετε είχα αυτό το θράσος κατά το «ορθώς απορείν» του Αριστοτέλη) και να αναμετρηθώ μαζί τους, ακόμη και να κάνω κριτική σε ορισμένες πτυχές της δράσης και πολιτικής του Λένιν, τότε δεν με απόπαιρνε, προσπαθώντας να «ποινικοποιήσει» και απαξιώσει τις απόψεις μου, αλλά έβαζε όλη τη θεωρητική και εμπειρική του δυναμική για να αντιπαραταχθεί στις δικές μου απόψεις και να με πείσει. Είναι αλήθεια ότι δεν τα κατάφερνε πάντοτε! Αν ήταν σταλινικός θα με είχε ειλικρινά αποκεφαλίσει!

Αυτός ήταν ο λόγος που προς δικό μου όφελος πραγματικά, είχα ολονύχτιες και εβδομαδιαίες συζητήσεις μαζί του επί πολλά χρόνια και στην Αθήνα και στο Ποτόκι, το σπίτι του στον Κακόβατο, που το αποκαλούσε Μικρή Μόσχα στα χρόνια του αγώνα και τόπο γραφής των έργων του Ομήρου. Δεν ήταν όμως μονόχνοτος, όπως λέμε. Τον ενδιέφερε η ιστορία, τον ενδιέφερε η λογοτεχνία και κάθε τι που αφορούσε τη ζωή του ανθρώπου. Μελετούσε τα πάντα και συνδιαλέγονταν για τα πάντα. Αυτός ο διάλογος εντάθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του και ομολογώ μετά παρρησίας ότι η Αριστερά, στερείται και σήμερα και όχι μόνο στο παρελθόν από τέτοια άτομα που πραγματικά βίωσαν τον μαρξισμό και λενινισμό στη ζωή τους και τον εκπροσώπησαν, όπως πραγματικά έπρεπε. Πάντοτε ανθρώπινα (σπάνιο φαινόμενο στην Αριστερά), και πάντοτε διαλεκτικά (δηλαδή με ανοχή και σεβασμό στην άλλη άποψη), όσο «αντιδραστική» κι αν ήταν.

Δεν ήταν αυτά μόνο ο Παναγιώτης, αλλά προς το παρόν αρκούν αυτά ως πρώτη αποτίμηση της ζωής και του έργου του. Ήταν η προσωποποίηση του αριστερού. Έγραψε δυστυχώς λίγα έργα, έχει ωστόσο άπειρες σημειώσεις, αλλά δεν τις έβγαλε προς τα έξω ως βιβλία, για να μελετηθούν. Για την προσφορά του στην ΕΔΑ δεν χρειάζεται να κάνω λόγο. Ήταν τα θεμέλια της ΕΔΑ κατά την άποψή μου. Οργανωτικός ακόμη και σε λεπτομέρειες και όχι μόνο θεωρητικά ικανός φυσικά, αλλά και στην πρακτική πολιτική της ΕΔΑ και γενικότερα πολύ αποτελεσματικός. Την ΕΔΑ, χωρίς τον ανεκτίμητο σοφό πολιτικό Γιάννη Πασαλίδη, τον Παναγιώτη και τον Μανώλη, δεν μπορώ να φανταστώ, χωρίς να υποτιμώ και άλλα στελέχη που προσφέρανε με το έργο και τη δράση τους και πολύ συχνά ανέφερε και ο Παναγιώτης.

Και ας πω ένα προτελευταίο για τους αναθεωρητές και δογματικούς της Αριστεράς: Ο Παναγιώτης ήταν ένας γνήσιος δημοκράτης πατριώτης της Αριστεράς και ο νοών νοείτω, για όσους «νουν έχουσι!»

Πολλοί επίσης αγνοούν ότι ένας μαρξιστής-λενινιστής (κι εδώ εντοπίζω το δράμα της Αριστεράς), πρέπει πρώτα να είναι άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, κι έπειτα ο,τιδήποτε άλλο.

Και τελευταίο, αλλά πραγματικά τελευταίο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο γνωστός, είχε πει κάποτε: «Απορώ, αν συμφωνεί κανείς μαζί μου!»

Ανεπιφύλακτα ασπάζομαι την άποψή του!



πίσω στα περιεχόμενα: